Η συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον Ντόναλντ Τραμπ δεν παύει ποτέ να εκπλήσσει ως προς τον κυνισμό, την αναξιοπιστία και την πλήρη απουσία στρατηγικής συνοχής. Η τελευταία είδηση –ότι ο Τραμπ εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο πλήρους διακοπής της αμερικανικής βοήθειας προς την Ουκρανία– δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία είδηση. Είναι η επιστέγαση μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει τους συμμάχους ως αναλώσιμα εργαλεία και τη διεθνή νομιμότητα ως εμπόδιο που πρέπει να παρακαμφθεί.
Ας μην γελιόμαστε. Το πρόσχημα είναι γνωστό και πρόχειρο: οι εξελίξεις στο Ιράν και η ένταση στη Μέση Ανατολή. Με άλλα λόγια, η Ουάσινγκτον, υπό την ηγεσία ενός ανθρώπου που έχει δείξει επανειλημμένα ότι η έννοια της συμμαχίας του είναι άγνωστη, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει το Κίεβο στη μοίρα του, ρίχνοντας το βάρος σε μια περιοχή όπου, παραδόξως, η ίδια η αμερικανική πολιτική έχει υπάρξει καταστροφική. Η σύνδεση, μάλιστα, με «άρνηση βοήθειας της ΕΕ προς την Ουάσινγκτον» –αόριστη και ανεδαφική όπως παρουσιάζεται– θυμίζει περισσότερο δικαιολογία πληγωμένου εγωισμού παρά γεωπολιτική ανάλυση. Η Ευρώπη δεν όφειλε τίποτα στις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ όφειλαν, ωστόσο, αξιοπιστία.
Το χρονικό της υποκρισίας είναι αποκαλυπτικό: η εκεχειρία μεταξύ των δύο πλευρών (μάλλον εννοείται μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας) κράτησε έναν μήνα και κατέρρευσε πριν από δύο ημέρες. Και αντί να ενισχύσει την Ουκρανία απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα, ο Τραμπ αποσύρει στρατεύματα από την Ευρώπη και παγώνει τη βοήθεια. Δεν είναι πολιτική. Είναι εγκατάλειψη. Είναι μια εικόνα που θυμίζει τη ντροπιαστική αποχώρηση από το Αφγανιστάν, μόνο που τώρα το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο: η ίδια η επιβίωση ενός ευρωπαϊκού κράτους που δέχθηκε εισβολή.
Η δικαιολογία ότι οι πόροι πρέπει να κατευθυνθούν σε ζητήματα που αφορούν «άμεσα τα αμερικανικά συμφέροντα» είναι η κλασική ρητορική του «America First» που στην πράξη σημαίνει «America Alone». Και είναι βαθιά υποκριτική, γιατί την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ διατηρούν πάνω από 80.000 στρατιώτες στην Ευρώπη – στη Γερμανία, στην Ιταλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ισπανία. Δεν τους αποσύρουν. Αποσύρουν μόνο την πολιτική βούληση. Αφήνουν τους Ευρωπαίους συμμάχους εκτεθειμένους, ενώ ταυτόχρονα περιμένουν από αυτούς να καλύψουν το κενό.
Όπως σημειώνουν αναλυτές του Reuters, μια τέτοια κίνηση θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στην εξέλιξη του πολέμου και στην ισορροπία Δύσης – Ρωσίας. Και είναι απολύτως βάσιμο. Η διακοπή της βοήθειας δεν είναι απλώς πλήγμα στην Ουκρανία. Είναι πλήγμα στη συνολική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης. Είναι κάλεσμα στον Πούτιν να προχωρήσει παραπέρα. Είναι μια ανοιχτή πρόσκληση για αναθεωρητισμό και βία.
Το χειρότερο, ωστόσο, δεν είναι η ίδια η απόφαση – αν και αυτή θα είναι καταστροφική. Το χειρότερο είναι η νοοτροπία που την παράγει. Ο Τραμπ δεν βλέπει τους συμμάχους ως εταίρους. Τους βλέπει ως πελάτες. Και όταν ένας πελάτης δεν πληρώνει –ή, ακόμη χειρότερα, δεν συμμορφώνεται– εγκαταλείπεται. Η Ευρώπη, η Ουκρανία, η ίδια η έννοια της συλλογικής άμυνας γίνονται διαπραγματεύσιμα αγαθά. Και αυτό είναι η απόλυτη ηθική χρεοκοπία μιας χώρας που κάποτε διεκδικούσε τον ρόλο του ηγέτη του ελεύθερου κόσμου.
Η απουσία επίσημης επιβεβαίωσης δεν καθησυχάζει. Αντίθετα, την καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνη. Διότι η ίδια η συζήτηση –το γεγονός ότι εξετάζεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο– αποκαλύπτει τη ρευστότητα, τον τυχοδιωκτισμό και την πλήρη έλλειψη αρχών που χαρακτηρίζουν την τραμπική εξωτερική πολιτική. Η Ουάσινγκτον δεν ξέρει τι θέλει. Ή, ακόμη χειρότερα, ξέρει: θέλει να αποσυρθεί, αλλά δεν έχει το θάρρος να το πει ανοιχτά. Και έτσι, η Ουκρανία πληρώνει το τίμημα της αμερικανικής αναποφασιστικότητας και του εγωκεντρικού απομονωτισμού.
Το συμπέρασμα είναι πικρό αλλά σαφές: αν οι ΗΠΑ υπό τον Τραμπ αποφασίσουν να διακόψουν τη βοήθεια, δεν θα είναι απλώς μια στρατηγική επιλογή. Θα είναι προδοσία. Και η ιστορία –όπως πάντα– δεν θα τους συγχωρήσει.






