Η στρατηγική της FIFA να μετατρέπει το Παγκόσμιο Κύπελλο σε ένα παιχνίδι για λίγους και ισχυρούς πλειοδότες φαίνεται πως προσκρούει πλέον στην πραγματικότητα. Μετά την αμφιλεγόμενη διοργάνωση στο Κατάρ, η επιλογή των ΗΠΑ για το Μουντιάλ του 2026, που παρουσιάστηκε ως ο απόλυτος εμπορικός θρίαμβος, εξελίσσεται σε ένα ηχηρό μάθημα για τα όρια της εμπορευματοποίησης του αθλήματος. Λίγους μήνες πριν από τη σέντρα, η πολυδιαφημισμένη «γιορτή» θυμίζει περισσότερο άδεια βιτρίνα, καθώς το διεθνές ενδιαφέρον παραμένει απογοητευτικά χαμηλό.
Η εικόνα στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις είναι αποκαλυπτική: αντί για την αναμενόμενη εκτόξευση των τιμών, σε πόλεις όπως το Ντάλας και το Μαϊάμι οι τιμές των δωματίων υποχωρούν έως και 30%, καθώς οι κρατήσεις από το εξωτερικό είναι ελάχιστες. Το πρόβλημα είναι βαθιά πολιτικό και οικονομικό. Η επιθετική εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ και η εμπλοκή στον πόλεμο με το Ιράν έχουν διαμορφώσει την εικόνα ενός προορισμού εχθρικού και απρόσιτου. Το δρακόντειο καθεστώς θεωρήσεων, οι εξοντωτικοί έλεγχοι στα σύνορα και οι απαιτήσεις για υψηλές χρηματικές εγγυήσεις έχουν πρακτικά αποκλείσει τους φιλάθλους από δεκάδες χώρες, μετατρέποντας τη διοργάνωση σε προνόμιο μιας οικονομικής ελίτ.
Το οικονομικό χάσμα εντείνεται από το δυσβάσταχτο κόστος διαβίωσης και μετακίνησης εντός των ΗΠΑ, γεγονός που αποθαρρύνει τον μέσο φίλαθλο και αλλοιώνει τον «λαϊκό» χαρακτήρα του ποδοσφαίρου. Η FIFA, στην προσπάθειά της να κυνηγήσει αγορές υψηλής απόδοσης, φαίνεται να παραγνώρισε την ανάγκη για «ήπια ισχύ» και αυθεντική φιλοξενία. Το αποτέλεσμα είναι μια διοργάνωση 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων που κινδυνεύει να μείνει χωρίς κοινό, αποδεικνύοντας ότι τα υπερσύγχρονα στάδια και τα τεράστια κεφάλαια δεν αρκούν για να διασώσουν ένα προϊόν που αποκόπτεται βίαια από τις ρίζες του και τους ανθρώπους που το κατέστησαν παγκόσμιο φαινόμενο.





