Η διεθνής ένταση ανεβαίνει επικίνδυνα και τα μηνύματα που έρχονται από τη Μόσχα προκαλούν έντονη ανησυχία. Με φόντο τον πόλεμο που κλιμακώνεται στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα στο Ιράν, Ρώσοι αναλυτές προειδοποιούν ότι ο κόσμος μπαίνει σε μια περίοδο όπου η διπλωματία φαίνεται να υποχωρεί μπροστά στη στρατιωτική αντιπαράθεση. Σύμφωνα με αυτές τις εκτιμήσεις, η σύγκρουση στην περιοχή μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερη γεωπολιτική αναμέτρηση, φέρνοντας τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες πιο κοντά σε μια επικίνδυνη αντιπαράθεση.
Οι δηλώσεις ότι «η διπλωματία τελείωσε» αποτυπώνουν το κλίμα έντασης που επικρατεί, ενώ οι αναφορές σε πιθανές ενεργειακές ή στρατιωτικές επιπτώσεις από μια κλιμάκωση της κρίσης ενισχύουν το αίσθημα αβεβαιότητας. Καθώς η κατάσταση εξελίσσεται, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η διεθνής κοινότητα μπορεί να αποτρέψει μια νέα, ακόμη πιο επικίνδυνη φάση σύγκρουσης ή αν ο κόσμος οδηγείται σε μια περίοδο βαθιάς γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Το άρθρο του Dmitri Trenin που δημοσιεύθηκε στη ρωσική ιστοσελίδα Profil παρουσιάζει μια ιδιαίτερα σκληρή εκτίμηση για το μέλλον των σχέσεων μεταξύ Russia και United States. Ο Τρένιν, πρώην διευθυντής του Carnegie Moscow Center και για χρόνια γνωστός ως αναλυτής που διατηρούσε επαφές με δυτικούς θεσμούς ασφάλειας, υποστηρίζει ότι η εποχή της διπλωματίας μεταξύ των δύο χωρών έχει ουσιαστικά τελειώσει. Κατά την άποψή του, η Μόσχα δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται σε διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον, αλλά πρέπει να προετοιμαστεί για μια μακροχρόνια γεωπολιτική και ενδεχομένως στρατιωτική αντιπαράθεση.
Ο Τρένιν ξεκινά την ανάλυσή του αναφερόμενος σε αυτό που στη Ρωσία αποκαλείται «πνεύμα του Άνκορεϊτζ», δηλαδή τη σύντομη περίοδο κατά την οποία φάνηκε ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια μορφή συνεννόησης μεταξύ της κυβέρνησης του Donald Trump και του Vladimir Putin. Σύμφωνα με τον ίδιο, εκείνη η περίοδος αποτέλεσε το υψηλότερο σημείο στις πρόσφατες σχέσεις των δύο χωρών, αλλά η διαδικασία σύντομα σταμάτησε. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως υποστηρίζει, δεν αποδέχθηκαν μια πιθανή συμφωνία με τη Ρωσία για την ουκρανική κρίση, ενώ η εσωτερική πολιτική κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες εμπόδισε τον Τραμπ να προχωρήσει σε μια ουσιαστική αλλαγή πολιτικής.
Κατά τον Τρένιν, το αρχικό αφήγημα του κινήματος MAGA και της πολιτικής του Τραμπ ήταν η επιστροφή της Αμερικής σε μια πιο περιορισμένη, ρεαλιστική εξωτερική πολιτική, με έμφαση στα εσωτερικά προβλήματα και λιγότερη εμπλοκή σε διεθνείς συγκρούσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή η κατεύθυνση εγκαταλείφθηκε γρήγορα. Ο Τραμπ, υποστηρίζει, επέστρεψε σε μια πιο επιθετική αμερικανική στρατηγική που επιδιώκει την επιβολή της αμερικανικής ισχύος διεθνώς, ακόμη και με τη χρήση στρατιωτικής βίας.
Ως παραδείγματα αυτής της αλλαγής πορείας αναφέρονται στρατιωτικές επιχειρήσεις και πιέσεις των ΗΠΑ σε διάφορες περιοχές του κόσμου, όπως η Βενεζουέλα και το Ιράν. Ο Τρένιν θεωρεί ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ειδικά ο πόλεμος στο Ιράν αποτελεί σημείο καμπής για τη διεθνή τάξη, καθώς καταστρέφει τις προηγούμενες ισορροπίες γύρω από τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Κατά την άποψή του, οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν την αντίληψη ότι τα πυρηνικά όπλα αποτελούν το μόνο αξιόπιστο μέσο αποτροπής απέναντι σε μια πιθανή αμερικανική επίθεση.
Ένα βασικό συμπέρασμα του άρθρου είναι ότι η Ρωσία δεν πρέπει να βασίζεται σε συμφωνίες ή εγγυήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Τρένιν θεωρεί ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να επιδιώκει τη διατήρηση της παγκόσμιας κυριαρχίας της και ότι η πολιτική της θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε σύγκρουση συμφερόντων με τη Μόσχα. Για τον λόγο αυτό προτείνει η Ρωσία να ενισχύσει τις σχέσεις της με χώρες που επίσης αντιμετωπίζουν πιέσεις από τις ΗΠΑ.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρονται χώρες όπως η China, η Iran, η North Korea, η Cuba και άλλοι εταίροι που, σύμφωνα με τον Τρένιν, θα μπορούσαν να διαμορφώσουν έναν ευρύτερο άξονα αντίστασης απέναντι στην αμερικανική ισχύ. Υποστηρίζει ότι η ενίσχυση αυτών των σχέσεων θα μπορούσε να περιορίσει ή να επιβραδύνει την επιθετική πολιτική της Ουάσιγκτον.
Παράλληλα, ο Ρώσος αναλυτής επισημαίνει ότι η εποχή του ελέγχου των εξοπλισμών, όπως είχε διαμορφωθεί τις προηγούμενες δεκαετίες, έχει ουσιαστικά τελειώσει. Οι παλιές συμφωνίες στρατηγικής σταθερότητας δεν μπορούν πλέον να λειτουργήσουν στο νέο πολυπολικό διεθνές σύστημα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ρωσία θα πρέπει να συμβάλει στη δημιουργία νέων μοντέλων αποτροπής και στρατηγικής ισορροπίας σε συνεργασία κυρίως με ασιατικές δυνάμεις.
Συνολικά, το άρθρο του Τρένιν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η περίοδος της συνεργασίας μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον έχει περάσει. Αντί για διπλωματική συνεννόηση, η Ρωσία θα πρέπει να προετοιμαστεί για έναν κόσμο όπου η αντιπαράθεση μεγάλων δυνάμεων θα αποτελεί τη βασική πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής.







Θα κρυφτεί και θα τα κάνει πάνω της η Ρωσία. Όπως στην Σερβία, Αρμενία, Συρία κλπ