Έντονη άνοδο καταγράφουν οι τιμές στο soyoil, με την αγορά να επηρεάζεται άμεσα από το ράλι στο αργό πετρέλαιο, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον για τους μεγάλους ομίλους επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων.
Οι εταιρείες όπως η Bunge Global και η Archer Daniels Midland βλέπουν τα περιθώρια κέρδους τους στη Βόρεια Αμερική να φτάνουν σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από την περίοδο της ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Η άνοδος αυτή αποδίδεται κυρίως στη σύγκλιση υψηλών τιμών ενέργειας και αυξημένης ζήτησης για φυτικά έλαια που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή βιοκαυσίμων.
Την ίδια στιγμή, το αυξημένο κόστος ενέργειας και οι διαταραχές στο παγκόσμιο εμπόριο –με φόντο εμπορικές εντάσεις και γεωπολιτικές συγκρούσεις– επιβαρύνουν μεν την αγορά, αλλά ενισχύουν ταυτόχρονα τα έσοδα των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην επεξεργασία σόγιας και άλλων ελαιούχων σπόρων.
Η πρόσφατη απόφαση της αμερικανικής Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος για αυξημένες υποχρεωτικές αναμείξεις βιοκαυσίμων έχει επίσης λειτουργήσει καταλυτικά, περιορίζοντας την αβεβαιότητα και ενισχύοντας τις προσδοκίες για περαιτέρω κέρδη το 2026. Αναλυτές ήδη αναθεωρούν προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για τις δύο πολυεθνικές, παρά το γεγονός ότι αναμένεται πιο αδύναμο πρώτο τρίμηνο σε σχέση με πέρυσι.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι χωρίς περιορισμούς. Η δυναμικότητα των μονάδων επεξεργασίας σόγιας βρίσκεται ήδη κοντά στα ανώτατα επίπεδα, ενώ το υψηλό κόστος κατασκευής νέων εγκαταστάσεων –σε συνδυασμό με τα επιτόκια και δασμούς σε πρώτες ύλες– αποτρέπει γρήγορη επέκταση της παραγωγής. Νέες μονάδες και επεκτάσεις υφιστάμενων εγκαταστάσεων αναμένονται μεν μέσα στη χρονιά, όμως ο συνολικός ρυθμός ανάπτυξης παραμένει περιορισμένος λόγω των επενδυτικών εμποδίων.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που κινείται σε ισορροπία ανάμεσα σε υψηλή ζήτηση και περιορισμένη δυνατότητα αύξησης της παραγωγής, διατηρώντας τις τιμές και τα περιθώρια κέρδους σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.





