Η Ρωσία έχει εξελιχθεί στον βασικό προμηθευτή πετρελαίου της Συρίας, παρότι η Μόσχα υπήρξε για χρόνια ο πιο ένθερμος υποστηρικτής του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ και την ώρα που η Δαμασκός επιχειρεί σταδιακή προσέγγιση με τη Δύση. Αυτό αναφέρουν πηγές που επικαλείται το πρακτορείο Reuters.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, από τις αρχές του έτους οι ρωσικές αποστολές πετρελαίου προς τη Συρία έχουν φτάσει περίπου τα 60.000 βαρέλια ημερησίως. Αν και για τη Ρωσία αυτό αποτελεί μικρό ποσοστό των συνολικών εξαγωγών της, για τη Συρία, όπου η εγχώρια παραγωγή παραμένει πολύ χαμηλότερη από τις ανάγκες, η Μόσχα έχει γίνει ο κυρίαρχος προμηθευτής.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τα περιορισμένα περιθώρια της συριακής οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι η νέα πολιτική ηγεσία επιχειρεί άνοιγμα προς δυτικές χώρες μετά τον πόλεμο, η οικονομία της χώρας παραμένει αποκομμένη από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Πηγές που μίλησαν στο Reuters σημειώνουν ότι η συμφωνία για το πετρέλαιο αντικατοπτρίζει την οικονομική ανάγκη της Δαμασκού, ενώ παράλληλα προσφέρει στη Μόσχα επιπλέον επιρροή σε μια χώρα όπου εξακολουθεί να διατηρεί δύο στρατιωτικές βάσεις. Άλλες πηγές προειδοποιούν ότι η στενή ενεργειακή σχέση με τη Ρωσία μπορεί να επιβαρύνει τις ήδη εύθραυστες σχέσεις της Συρίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυξάνοντας τον κίνδυνο νέων κυρώσεων.
Αξιωματούχος του συριακού υπουργείου Ενέργειας, που δεν κατονομάζεται, ανέφερε ότι η εξάρτηση από το ρωσικό πετρέλαιο οφείλεται στο μικρό μέγεθος της συριακής αγοράς και στη χαμηλή αγοραστική δύναμη της χώρας, γεγονός που δυσκολεύει τη σύναψη μακροχρόνιων συμφωνιών με μεγάλους παραγωγούς, όπως τα κράτη του Κόλπου.
Την ίδια στιγμή, ρωσικά δημοσιεύματα ανέφεραν πρόσφατα ότι η συριακή ηγεσία εξετάζει αλλαγές στη λειτουργία της αεροπορικής βάσης Χμεϊμίμ, όπου σταθμεύουν ρωσικές δυνάμεις από το 2015, με στόχο να μετατραπεί σε κέντρο εκπαίδευσης για Σύρους στρατιωτικούς.





