3 Νοεμβρίου 1898: Μετά από 229 χρόνια ο ήλιος της Λευτεριάς ανατέλλει και πάλι στην Κρήτη – Σαν σήμερα απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό

Κοινοποίηση:
1

Ήταν 3 Νοεμβρίου του 1898… Νωρίς το πρωί, μια σελίδα της ιστορίας της πολύπαθης νήσου Κρήτης γράφεται με ολοστρόγγυλα χρυσά γράμματα. Ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης, επιβιβάζεται σε πλοίο και εγκαταλείπει το νησί.

Όλα έγιναν στο λιμάνι της Σούδας. Είχαν περάσει συνολικά 229 χρόνια, δύσκολα, που είχαν πατήσει το πόδι τους στα Κρητικά χώματα, και επιτέλους ο μεγάλος δυνάστης γίνεται παρελθόν. Την επόμενη μέρα, 4 του Νοέμβρη ,το νησί περνά σε συμμαχικά και ελληνικά χέρια.

Ο ανταποκριτής της γερμανικής εφημερίδας Μαχ μετά τις σφαγές του Ηρακλείου τον Αύγουστο του 1898 που ήταν η τελευταία πράξη του κρητικού δράματος και ο δραματικός επίλογος μιας μακρόχρονης και απάνθρωπης δουλείας, έγραφε:

“Η εκ Κρήτης απέλευσις των Τούρκων στρατιωτών και υπαλλήλων είναι πλέον τετελεσμένον γεγονός και τη 4η Νοεμβρίου έτους κατελύθη πράγματι το επί της νήσου κράτος της ημισελήνου. Επί των Χανίων εκυμάτισεν η τουρκική σημαία από της 20 Αυγούστου 1645, ήτοι εν όλω 253 έτη, επί του Ηρακλείου 229 έτη, επί του βράχου της Γραμβούσης 195 και επί του πύργου της Σπιναλόγκας και Σούδας 171. Οι έξι πελέκεις οι σωζόμενοι επί των τειχών του Ηρακλείου εις ανάμνησιν της εφόδου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1669 κατερρίφθησαν, εξηφανίσθησαν τα εμβλήματα του κυρίαρχου και οι μαρμάρινοι λέοντες οι επισκοπούντες από των χρόνων των Ενετών, τας υπό τους πόθους των μεταβολάς, δεν βλέπουσι πλέον ενόπλους τους μουσουλμάνους, τους νικήσαντάς ποτε την υπερήφανον δημοκρατίαν”.

Είχαν προηγηθεί πολλά γεγονότα. Μετά τον πόλεμο του 1897 η Ελλάδα υπέγραψε στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία. Κατόπιν οι Μεγάλες Δυνάμεις ξεκίνησαν τη διαδικασία διακανονισμού του Κρητικού ζητήματος, που όμως τραβούσε μακριά. Προτάθηκαν για τη θέση του Γενικού Διοικητή του νησιού οι Δροζ, Σέφερ, ο Μαυροβούνιος Πέτροβιτς Μπόζα, ο πρίγκιπας Βάττεμβεργ ενώ οι Τούρκοι ήθελαν γι’ αυτή τη θέση τον Ανθόπουλο πασά. Η Ρωσία υπέδειξε τον γιό του βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου του Α΄, τον πρίγκιπα Γεώργιο, ο οποίος και επελέγη τελικά. Στις 21 Ιανουαρίου 1898, η κρητική συνέλευση, μέσα σε ζητωκραυγές ενέκρινε πρόταση του Βενιζέλου να κάνει το προεδρείο της τα αναγκαία διαβήματα. Η Γερμανία και η Αυστρία, επειδή δεν ήθελαν να φανεί ότι αντιτίθενται στις τουρκικές απαιτήσεις, αποχώρησαν από τον συνασπισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο οποίος έγινε πλέον τετραμελής. Ο Γενικός Διοικητής θα αναγνώριζε την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου και θα εφάρμοζε αναλογική συμμετοχή του ελληνικού και του τουρκικού στοιχείου στη διοίκηση του νησιού.

Εκλέχθηκε μια εκτελεστική επιτροπή, με τη συμμετοχή του Βενιζέλου, που εκτελούσε χρέη κυβέρνησης και είχε τις επαφές με τους Ευρωπαίους ναυάρχους. Άρχισε να εφαρμόζει το προσωρινό πολίτευμα, αλλά οι μουσουλμάνοι, υποκινούμενοι από την οθωμανική διοίκηση, ξεσηκώθηκαν. Οι χριστιανοί της Κρήτης άρχισαν να συγκεντρώνουν ένοπλα τμήματα και η εκτελεστική επιτροπή προέβη σε διαβήματα διαμαρτυρίας. Οι μουσουλμάνοι του νησιού κλείστηκαν στις πόλεις και την ύπαιθρο έλεγχαν οι χριστιανοί επαναστάτες. Οι σφαγές των μουσουλμάνων της Σητείας και του Σέλινου καθώς και η σφαγή των χριστιανών του Ηρακλείου στις 25 Αυγούστου 1898 που έκαναν οι μουσουλμάνοι[2], οδήγησαν στην αποχώρηση των Οθωμανών από το νησί, στη δημιουργία της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας και στην εκλογή του πρίγκιπα Γεωργίου ως ύπατου αρμοστή της Κρήτης.

Ο πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας ορίστηκε Ύπατος Αρμοστής Κρήτης με τριετή θητεία. Στις 9 Δεκεμβρίου 1898 έφθασε στη Σούδα με τη ρωσική ναυαρχίδα «Νικόλαος Α΄», συνοδευόμενη και από πλοία των άλλων Δυνάμεων, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή. Τον υποδέχτηκαν στη Σούδα οι ναύαρχοι Ποττιέ, Νόελ, Σκρύδλωφ και Μπέτολλο, και ο ενθουσιώδης κρητικός λαός. Ο πρόεδρος του συμβουλίου των ναυάρχων, ο Γάλλος ναύαρχος Ποττιέ, του παρέδωσε επίσημα στο Διοικητήριο Χανίων τη διοίκηση της Κρήτης, ενώ τα ευρωπαϊκά πολεμικά, έξω από το λιμάνι, χαιρέτιζαν με κανονιοβολισμούς την ύψωση της κρητικής σημαίας.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: