Από τα χαράματα της Καθαράς Δευτέρας, οι ουρές έξω από αρτοποιεία στο κέντρο της Αθήνας και σε ολόκληρο το λεκανοπέδιο δεν θύμιζαν απλώς εορταστική παράδοση, αλλά σκηνικό οικονομικής ασφυξίας. Εκατοντάδες πολίτες περίμεναν για μια λαγάνα, το πιο απλό σύμβολο του σαρακοστιανού τραπεζιού, σε μια συγκυρία όπου ακόμη και τα βασικά είδη μοιάζουν να μετατρέπονται σε είδη πολυτελείας.
Η τιμή της απλής λαγάνας ξεκινά από 3,5 ευρώ, ενώ οι γεμιστές εκδοχές φτάνουν έως και τα 5 ευρώ. Μπορεί τα ποσά να φαίνονται μικρά σε επίπεδο εντυπώσεων, όμως για μια τετραμελή οικογένεια που καλείται να γεμίσει το τραπέζι με χαλβά, θαλασσινά και άλλα σαρακοστιανά, το συνολικό κόστος εκτοξεύεται. Και όλα αυτά σε μια περίοδο που οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι και η ακρίβεια στα τρόφιμα επιμένει.
Στη Βαρβάκειο και στον Ρέντη η εικόνα ήταν ανάλογη. Χταπόδι από 16 έως 24 ευρώ το κιλό, γαρίδες στα 15–17 ευρώ, φρέσκα καλαμαράκια στα 20 ευρώ. Οι καταναλωτές έκαναν έρευνα αγοράς μέχρι την τελευταία στιγμή, ελπίζοντας σε κάποια μείωση όσο περνούσε η ώρα. Η πραγματικότητα, όμως, είναι αμείλικτη: το σαρακοστιανό τραπέζι κοστίζει ολοένα και περισσότερο.
Η κυβέρνηση επιμένει να μιλά για «θετικούς δείκτες» και «ανάπτυξη», ωστόσο η εικόνα της αγοράς διαψεύδει το αφήγημα. Η ακρίβεια στα τρόφιμα δεν είναι πρόσκαιρο φαινόμενο, αλλά μόνιμη πληγή για τα νοικοκυριά. Οι έλεγχοι για την αισχροκέρδεια αποδεικνύονται ανεπαρκείς, τα μέτρα στήριξης περιορισμένα και αποσπασματικά, ενώ η αγοραστική δύναμη συνεχίζει να διαβρώνεται.
Η φετινή Καθαρά Δευτέρα ανέδειξε με τον πιο συμβολικό τρόπο το κοινωνικό χάσμα: από τη μία οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί σταθερότητας και επιτυχημένης οικονομικής πολιτικής, από την άλλη οι πολίτες που μετρούν τα ευρώ για να τηρήσουν μια παράδοση αιώνων. Οι ουρές για μια λαγάνα δεν είναι απλώς εθιμική εικόνα· είναι πολιτικό μήνυμα.
Όταν η καθημερινότητα γίνεται ολοένα και ακριβότερη και τα βασικά είδη διατροφής πιέζουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό, η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως την κυβερνητική πολιτική που δεν κατάφερε –ή δεν θέλησε– να ανακόψει το κύμα ανατιμήσεων. Και αυτό αποτυπώνεται όχι σε δείκτες και στατιστικές, αλλά στα πρόσωπα των πολιτών που περιμένουν στην ουρά για τα αυτονόητα.







Η Γυναίκα μου και εγώ φτιάχνουμε μόνοι μας το ψωμί μας και τις λαγάνες, τώρα το χειμώνα ο φούρνος της κουζίνας θερμαίνει και το σπίτι.
Εγώ βλέπω πως οι Έλληνες έχουν χρήματα, αλλά επιλέγουν να στήνονται στην ουρά, από το να λερώσουν τα χέρια τους με ζυμάρια. Εγώ που όντως δεν έχω χρήματα αγόρασα ένα κιλό αλεύρι 0,69 ευρώ (ιδιωτικής ετικέτας), ένα φακελάκι μαγιά 0,40 ευρώ και ένα φακελάκι σουσάμι 0,53 ευρώ: σύνολο 1,62 ευρώ. Με αυτή την ζύμη έφτιαξα δύο μεγάλες λαγάνες, τις οποίες για να τις αγοράσω θα έπρεπε να δώσω τουλάχιστον 7 ευρώ.
Συννέλληνες συνέλθετε και αυτενεργήστε, αλλιώς χαθήκαμε.
Ο ΚΑΠΝΟΣ ΦΕΡΝΕΙ ΦΩΤΙΑ
ΑΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΡΕΑΛΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΙ. ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΕΙΝΑΙ ΤΕΜΠΕΛΗΔΕΣ. ΕΓΩ ΕΦΤΙΑΞΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΛΑΓΑΝΑ ΜΕ ΑΡΙΣΤΑ ΥΛΙΚΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΜΟΥ ΣΤΟΙΧΙΣΕ ΣΑΦΩΣ ΛΙΓΟΤΕΡΑ. ΕΠΙΣΗΣ, ΑΝ ΕΙΧΑΝ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΕΙ ΤΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ (ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΨΥΓΜΕΝΑ ΠΟΥ ΟΙ ΜΑΓΚΕΣ ΟΙ ΨΑΡΟΠΩΛΗΔΕΣ ΤΑ ΞΕΠΑΓΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΑΝΕ ΓΙΑ ΦΡΕΣΚΑ, ΑΣΕ ΠΟΥ ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΑΧΙΣΤΟΙ ΚΑΘΟΣΟΝ ΔΙΩΚΕΤΑΙ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥΣ) ΠΡΟ ΟΛΙΓΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΘΑ ΕΙΧΑΝ ΓΛΥΤΩΣΕΙ ΑΡΚΕΤΑ. ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΧΡΗΣΤΕΣ.