Η εικόνα της φετινής πασχαλινής αγοράς αποτελεί το πιο τρανταχτό πειστήριο για την οικονομική εξαθλίωση στην οποία έχει οδηγήσει την ελληνική κοινωνία η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ενώ το κυβερνητικό αφήγημα μιλά για «ανάπτυξη» και «ισχυρή οικονομία», τα στοιχεία της Skroutz αποκαλύπτουν μια ζοφερή πραγματικότητα: οι Έλληνες αναγκάζονται πλέον να «δανείζονται» ακόμα και για τα πασχαλινά δώρα των παιδιών τους.
Η εκρηκτική αύξηση των αγορών με δόσεις κατά 100% και ο υπερδιπλασιασμός των παραγγελιών με πίστωση (+119%) δεν είναι δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης, αλλά μια κραυγή απόγνωσης μιας κοινωνίας που δεν μπορεί να βγάλει το μήνα. Το γεγονός ότι η μέση αξία των αγορών με δόσεις κατρακύλησε στα μόλις 124 ευρώ —μια πτώση 40 ευρώ σε σχέση με πέρυσι— αποδεικνύει ότι η «μεσαία τάξη» του κ. Μητσοτάκη έχει πλέον λυγίσει τόσο πολύ, που χρειάζεται τραπεζική διευκόλυνση ακόμα και για μικροποσά που παλαιότερα κάλυπτε με το περίσσευμά της.
Είναι εξοργιστικό και ταυτόχρονα θλιβερό το ότι, παρά την καταβολή του δώρου Πάσχα, χιλιάδες νοικοκυριά επέλεξαν να χρεωθούν, φοβούμενα προφανώς ότι τα μετρητά τους δεν θα επαρκούσαν ούτε για τα βασικά είδη διαβίωσης και τους λογαριασμούς που τρέχουν. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την αύξηση του τζίρου στο ηλεκτρονικό εμπόριο, αποσιωπώντας εσκεμμένα ότι αυτός ο τζίρος τροφοδοτείται από το «πλαστικό χρήμα» και το μέλλον των πολιτών που υποθηκεύεται για μια λαμπάδα και ένα ζευγάρι παπούτσια.
Την ίδια ώρα, η εντυπωσιακή άνοδος των lockers δείχνει μια κοινωνία που τρέχει να προλάβει τις παραγγελίες της πριν την ακρίβεια, ενώ η εξάπλωση των ηλεκτρονικών αγορών στην επαρχία δεν είναι πρόοδος, αλλά η μοναδική διέξοδος των καταναλωτών μπροστά στην ερημοποίηση της τοπικής αγοράς από την ακρίβεια και την αισχροκέρδεια.
Ο κ. Μητσοτάκης έχει καταφέρει το «ακατόρθωτο»: να μετατρέψει τις γιορτινές αγορές από χαρά σε έναν μόνιμο βραχνά χρέους, την ώρα που ο ίδιος και το επιτελείο του ζουν σε μια εικονική πραγματικότητα στατιστικών, μακριά από την καθημερινή πάλη του Έλληνα για επιβίωση.






