Με σκηνές πρωτοφανούς έντασης, φραστικές αντεγκλήσεις και μια εσπευσμένη προσωρινή διακοπή ξεκίνησε η δεύτερη ημέρα της ακροαματικής διαδικασίας για τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας. Η ατμόσφαιρα εντός της αίθουσας «Γαιόπολις» υπήρξε εκρηκτική από τα πρώτα λεπτά, καθώς η έναρξη της συνεδρίασης σημαδεύτηκε από σφοδρή αντιπαράθεση ανάμεσα στην έδρα και τους παρευρισκόμενους σχετικά με τις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης. Η πρόεδρος του δικαστηρίου υιοθέτησε μια ιδιαίτερα αυστηρή στάση, προειδοποιώντας επανειλημμένα πως όποιος προκαλεί θόρυβο ή διαμαρτύρεται θα αποβάλλεται από την αίθουσα, επικαλούμενη τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την τήρηση της ευταξίας.
Η κατάσταση εκτραχύνθηκε όταν συγγενείς των θυμάτων κατήγγειλαν πως οι χωροταξικές συνθήκες και η οργάνωση της αίθουσας καθιστούν τη διαδικασία προσχηματική, με την πρόεδρο να απαντά πως όποιος δεν είναι ικανοποιημένος με τη θέση του μπορεί να αποχωρήσει. Οι αναφορές στην απώλεια των παιδιών και οι κατηγορίες για «φασιστική διαδικασία» προκάλεσαν την άμεση αντίδραση της έδρας, η οποία διέταξε την απομάκρυνση παρευρισκομένων και διέκοψε τη συνεδρίαση για πέντε λεπτά προκειμένου να εκτονωθεί η ένταση.
Το κλίμα ήταν εξίσου βαρύ και έξω από τη δικαστική αίθουσα πριν την έναρξη, όπου σημειώθηκαν επεισόδια και σπρωξιές ανάμεσα σε αστυνομικούς, δικηγόρους και συγγενείς. Αφορμή στάθηκαν οι εξονυχιστικοί έλεγχοι των Αρχών, με την πλευρά των θυμάτων να καταγγέλλει προκλητική συμπεριφορά των αστυνομικών και παρεμπόδιση της εισόδου ακόμη και σε αδελφό θύματος της τραγωδίας. Στην ένταση ενεπλάκη και ο Πάνος Ρούτσι. Η διαδικασία συνεχίζεται μέσα σε ένα περιβάλλον βαθιάς οργής και δυσπιστίας, με το ζήτημα της χωρητικότητας και της πρόσβασης των συγγενών να παραμένει στο επίκεντρο της τριβής.
Νωρίτερα:
Σε μια αίθουσα που οι ίδιοι οι νομικοί εκπρόσωποι χαρακτηρίζουν «πρωτοφανή για τα παγκόσμια δικαστηριακά δεδομένα», με συνθήκες που προσβάλλουν την έννοια της Δικαιοσύνης και με τις οικογένειες των θυμάτων να μάχονται για το αυτονόητο –την παρουσία τους στη διαδικασία–, ξεκινάει(;;) σήμερα, Τετάρτη, η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών. Έξω από το συνεδριακό κέντρο του πρώην ΤΕΙ Λάρισας, γονείς και συγγενείς καταθέτουν από νωρίς το πρωί ένα κοινό, ανθρώπινο αίτημα: να μπορέσουν να παρακολουθήσουν τη δίκη, έστω και ένας εξ’ αυτών. Ένα αίτημα που θα έπρεπε να ήταν αυτονόητο σε οποιοδήποτε πολιτισμένο κράτος, αλλά που στην Ελλάδα του 2026 μετατρέπεται σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η δικηγόρος των οικογενειών, Μαίρη Χατζηκωνσταντίνου, με σαφή αιχμή προς τις συνθήκες που έχει επιτρέψει να διαμορφωθούν η κυβέρνηση, τοποθετήθηκε πριν την επανέναρξη της διαδικασίας, αποτυπώνοντας με ωμό τρόπο την πραγματικότητα: «Σήμερα, με συνθήκες που ελπίζουμε να είναι καλύτερες, ελπίζουμε να ξεκινήσει η δίκη». Ωστόσο, έθεσε εξαρχής ένα αδιαπραγμάτευτο όριο: η έναρξη δεν μπορεί να γίνει εις βάρος των εγγυήσεων μιας δίκαιης δίκης. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το βάρος της ευθύνης: στην κυβέρνηση και προσωπικά στον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη.
Γιατί είναι ο κ. Φλωρίδης υπεύθυνος; Διότι η επιλογή να διεξαχθεί μια δίκη τέτοιας εθνικής και συμβολικής σημασίας σε έναν χώρο που «λειτουργεί ουσιαστικά ως αίθριο με επίπεδα, χωρίς σαφή οριοθέτηση κύριας χρήσης ως δικαστικής αίθουσας», δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πολιτική επιλογή. Είναι η επιλογή της εικόνας έναντι της ουσίας, της βιασύνης έναντι της ορθότητας, της επικοινωνιακής διαχείρισης έναντι της θεσμικής ευθύνης. Όταν διάδικοι παρακολουθούν τη δίκη μέσω βίντεο, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης, σε έναν χώρο όπου συνυπάρχουν σκάλες, διελεύσεις και λειτουργίες άσχετες με δικαστική διαδικασία, τότε δεν έχουμε απλώς μια πρακτική δυσχέρεια. Έχουμε υπονόμευση της ίδιας της δημοκρατικής αρχής της δημοσιότητας των δικαστηρίων.
Η κ. Χατζηκωνσταντίνου δεν δίστασε να χαρακτηρίσει τον χώρο «όχι δικαστική αίθουσα», περιγράφοντας υλικοτεχνικές συνθήκες που αγγίζουν τα όρια του γελοίου: καθίσματα με μικρά πτυσσόμενα τραπεζάκια που δεν μπορούν να υποστηρίξουν ούτε στοιχειωδώς τη δικογραφία. «Ούτε το βούλευμα των 1.200 σελίδων δεν μπορεί να σταθεί», ανέφερε χαρακτηριστικά. Πώς μπορεί, λοιπόν, να σταθεί η Δικαιοσύνη σε μια τέτοια αίθουσα;
Πώς μπορεί να αποδοθεί η αλήθεια όταν οι συνθήκες εργασίας των δικηγόρων, των δικαστών, των διαδίκων και των οικογενειών είναι επιεικώς απαράδεκτες;
Το θέμα, όπως σωστά επισημάνθηκε, δεν είναι μόνο πρακτικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Έχει ήδη ζητηθεί αυτοψία από την πολεοδομία Λάρισας, ενώ το θέμα έχει κοινοποιηθεί στους αρμόδιους δικαστικούς και πολιτικούς παράγοντες. Το ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι: γιατί η κυβέρνηση, και ειδικά ο κ. Φλωρίδης, επέτρεψε να φτάσουμε σε αυτό το σημείο; Γιατί δεν εξασφαλίστηκε εκ των προτέρων ένας χώρος που να σέβεται τη σοβαρότητα της διαδικασίας και τον πόνο των οικογενειών;
Από την πλευρά των δικηγόρων τονίζεται ότι πρέπει να έχουν πρόσβαση στην αίθουσα όχι μόνο οι διάδικοι και τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και απλοί πολίτες. Αυτή είναι η ουσία της δημοκρατίας: η Δικαιοσύνη να αποδίδεται δημόσια, διαφανώς, υπό το βλέμμα της κοινωνίας. Όταν όμως η κυβέρνηση μετατρέπει τη δίκη για το μεγαλύτερο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην ιστορία της χώρας σε μια διαδικασία υπό καθεστώς περιορισμών, ελέγχων και πρακτικών δυσχερειών, τότε τι μήνυμα στέλνει; Ότι η αλήθεια πρέπει να προστατευθεί από τα βλέμματα; Ότι ο πόνος των οικογενειών είναι δευτερεύων έναντι της επικοινωνιακής εικόνας;
Η απάντηση των συνηγόρων σε δηλώσεις περί καθυστερήσεων είναι αποστομωτική: οι εκατοντάδες δικηγόροι από δεκάδες δικηγορικούς συλλόγους δεν εμποδίζουν τη διαδικασία. Επιθυμούν διακαώς την έναρξή της, αλλά με όρους που να διασφαλίζουν την ουσιαστική συμμετοχή και τη νομιμότητα. Δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν τα αυτονόητα.
Εδώ και καιρό, η κυβέρνηση Μητσοτάκη –και ο κ. Φλωρίδης ως εκφραστής της δικαστικής πολιτικής– επιλέγει την τακτική του «κατεπείγοντος» και της «πρακτικής λύσης», θυσιάζοντας στο βωμό της ταχύτητας την ποιότητα, τη διαφάνεια και τον σεβασμό προς τα θύματα. Στα Τέμπη, αυτή η τακτική δεν είναι απλώς λανθασμένη. Είναι προσβλητική. Είναι η συνέχεια μιας νοοτροπίας που αντιμετωπίζει τη Δικαιοσύνη ως εμπόδιο και όχι ως πυλώνα της δημοκρατίας.
Οι οικογένειες των θυμάτων δεν ζητούν τίποτε περισσότερο από την απόδοση δικαιοσύνης. Η κυβέρνηση οφείλει να μην τους το στερήσει –ούτε με ανεπαρκείς χώρους, ούτε με πρακτικές που περιορίζουν τη δημοσιότητα, ούτε με μια στάση που θυμίζει περισσότερο διαχείριση κρίσεων εικόνας παρά σεβασμό στην αλήθεια. Η δίκη για τα Τέμπη δεν είναι μια ακόμη υπόθεση. Είναι η δοκιμασία της ελληνικής Δημοκρατίας. Και μέχρι στιγμής, με ευθύνη της κυβέρνησης και του κ. Φλωρίδη, αυτή η δοκιμασία δεν περνιέται με τιμές.







να γινει σε ενα γηπεδο μπασκετ, για να μπορουν να μπουν οι διαφοροι ασχετοι, κομματοσκυλλα και λοιποι που ξερουν απο κερκιδα. ΔΕΝ υπαρχει ΤΣΙΠΑ.DECADANCE
οποσδηποτε γενικευμενη αναταραχη. κατι ΔΕΝ παει καλα στα μπαλαμεικα. ΔΗΛΑΔΗ η ΙΔΙΑ ΞΥΝΙΣΜΕΝΗ ΣΟΥΠΑ για τα μυαλα του πολιτη υποχειριον.
Ο γυψοσανιδάς δεν ήρθε;