Το καλοκαίρι του 2015 δεν ήταν απλώς μια δύσκολη περίοδος. Ήταν το σημείο μηδέν για μια χώρα που ένιωσε να χάνει την ανάσα της. Η Ελλάδα, εξουθενωμένη από χρόνια λιτότητας και κοινωνικής εξόντωσης, σύρθηκε σε αποφάσεις που δεν έπαιρνε η ίδια. Μια κοινωνία γονατισμένη βρέθηκε δεμένη χειροπόδαρα, ενώ η μοίρα της καθοριζόταν σε αίθουσες συνεδριάσεων μακριά από τους ανθρώπους της. Η Γερμανία είχε τον πρώτο λόγο και πρόσωπα όπως η Άνγκελα Μέρκελ και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε κρατούσαν στα χέρια τους τη ζωή και το μέλλον εκατομμυρίων πολιτών, επιβάλλοντας όρους που θύμιζαν περισσότερο επιτήρηση παρά συνεργασία.
Την ίδια στιγμή, σε ολόκληρο τον κόσμο καλλιεργούνταν ένα τοξικό αφήγημα. Οι Έλληνες παρουσιάζονταν ως ο εύκολος ένοχος: «τεμπέληδες», «διεφθαρμένοι», «ανεύθυνοι». Ένας λαός που –σύμφωνα με την επίσημη προπαγάνδα– ζούσε πέρα από τις δυνατότητές του και τώρα έπρεπε να τιμωρηθεί. Αυτό το αφήγημα έγινε άλλοθι για πολιτικές που διέλυσαν μισθούς, συντάξεις, δομές υγείας και αξιοπρέπεια.
Όμως, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, πίσω από κλειστές πόρτες και καλοφωτισμένα σαλόνια διεθνών φόρουμ, λεγόταν μια εντελώς διαφορετική αλήθεια. Μια αλήθεια ωμή, κυνική και βαθιά αποκαλυπτική. Τα emails που ήρθαν στο φως από τα αρχεία του Τζέφρι Επστάιν ανοίγουν ένα παράθυρο σε αυτό το παρασκήνιο. Και όσα αποκαλύπτουν σοκάρουν.
Σε αυτές τις επικοινωνίες, ο Νόαμ Τσόμσκι –ένας από τους πιο γνωστούς διανοητές και επικριτές της παγκόσμιας οικονομικής τάξης– μιλούσε με τρόπο που κανένας «θεσμικός» πολιτικός δεν τόλμησε ποτέ. Την εποχή εκείνη, ο Επστάιν θεωρούνταν από την ελίτ ένας πανίσχυρος παίκτης του χρηματοοικονομικού συστήματος, ένας άνθρωπος που είχε πρόσβαση στα άδυτα της εξουσίας. Και σε αυτόν ακριβώς ο Τσόμσκι περιέγραφε την ελληνική κρίση όχι ως αποτυχία ενός λαού, αλλά ως προσχεδιασμένη οικονομική παγίδα.
Πριν το όνομα του Επστάιν ταυτιστεί με την απόλυτη φρίκη, ήταν ο άνθρωπος που «άκουγε» τις αλήθειες που δεν έβγαιναν ποτέ προς τα έξω. Στα αρχεία του, η Ελλάδα δεν εμφανίζεται ως κακοδιαχειριστής του εαυτού της, αλλά ως θύμα ενός συστήματος που έστησε ένα τέλειο έγκλημα με αριθμούς, δάνεια και μνημόνια. Σε μήνυμά του τον Ιούνιο του 2015, ο Τσόμσκι ήταν ξεκάθαρος: σχεδόν το σύνολο των χρημάτων που παρουσιάζονταν ως «στήριξη» προς την Ελλάδα κατευθυνόταν κατευθείαν στις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Τράπεζες που είχαν πάρει τεράστια ρίσκα και τώρα απαιτούσαν να πληρωθούν στο ακέραιο, χρησιμοποιώντας τον ελληνικό λαό ως ενδιάμεσο.
Με απλά λόγια, οι Έλληνες πλήρωναν χρέη που δεν δημιούργησαν ποτέ. Τα δισεκατομμύρια που βαφτίστηκαν «διασώσεις» δεν μπήκαν στην πραγματική οικονομία, δεν έφτασαν στα νοσοκομεία, στα σχολεία ή στις μικρές επιχειρήσεις. Ήταν λογιστικά τεχνάσματα, σχεδιασμένα για να διασώσουν ένα τραπεζικό σύστημα που κινδύνευε. Ο Τσόμσκι χαρακτήριζε αυτά τα χρέη επαχθή και άδικα, επιμένοντας πως αντί για κοινωνική θυσία, θα έπρεπε να είχαν διαγραφεί ή να αναδιαρθρωθούν ουσιαστικά.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η στάση του ίδιου του Επστάιν. Μέσα από την ψυχρή λογική του κόσμου των δισεκατομμυρίων, περιέγραφε τα μνημόνια σαν ένα κακοστημένο θέατρο. Για εκείνον, τα χρήματα απλώς μετακινούνταν από τη μία τσέπη στην άλλη, ενώ η «λογιστική» άλλαζε ονομασίες για να φαίνονται όλα νόμιμα και αποδεκτά. Αν ο τόκος ήταν υψηλός, λεγόταν τοκογλυφία. Αν ήταν χαμηλός, βαφτιζόταν διάσωση. Στην ουσία, τίποτα δεν άλλαζε.

Για αυτή την ελίτ, ο ανθρώπινος πόνος ήταν απλώς μια παράπλευρη απώλεια. Δεν είχε σημασία αν η ανεργία των νέων εκτοξευόταν, αν τα νοσοκομεία υπολειτουργούσαν ή αν μια ολόκληρη γενιά αναγκαζόταν να φύγει στο εξωτερικό. Το μόνο που μετρούσε ήταν να «βγαίνουν τα νούμερα» και να προστατεύονται τα συμφέροντα των ισχυρών.
Σήμερα, αυτές οι αποκαλύψεις λειτουργούν σαν καθρέφτης που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Οι περικοπές, η κοινωνική διάλυση, η απόγνωση και το μαζικό brain drain δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας φυσικής καταστροφής ή μιας αναπόφευκτης μοίρας. Ήταν το τίμημα ενός διεθνούς οικονομικού πλιάτσικου. Η Ελλάδα εγκλωβίστηκε σε έναν μηχανισμό που έστησαν τραπεζίτες και τεχνοκράτες, ενώ ο λαός στοχοποιήθηκε για να μη φανεί ποιοι πραγματικά κέρδισαν.
Οι αληθινοί «τεμπέληδες» και «διεφθαρμένοι» δεν ήταν οι πολίτες που πάλευαν να επιβιώσουν, αλλά εκείνοι που, μακριά από τα βλέμματα, οργάνωσαν μια από τις μεγαλύτερες μεταφορές πλούτου στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Οι διάλογοι Τσόμσκι–Επστάιν δείχνουν πως η αλήθεια ήταν πάντα εκεί. Απλώς κανείς από τους ισχυρούς δεν ήθελε να την ακούσει.
Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε από μόνη της.
Η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε.
Και οι υπεύθυνοι για αυτή τη λεηλασία συνεχίζουν, μέχρι σήμερα, να διαχειρίζονται τον κόσμο από τα πολυτελή γραφεία τους, ενώ μια ολόκληρη γενιά προσπαθεί ακόμα να μαζέψει τα κομμάτια της.






Ο λογαριασμός της χρεοκοπίας, έχει την εκκίνηση, από τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τον Σημίτη, τον Καραμανλή, τον Γιώργο Παπανδρέου, τον Σαμάρα, τον Βενιζέλο, τον Τσίπρα και την σημερινή κυβέρνηση.
ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΕΥΘΥΝΗ… ΣΤΗΝ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ
μεγαλη *&^%% ο Νοαμ , δυτίκι και νιοτάξι Α κλάσεως …