Τα νούμερα μιλούν και η κυβέρνηση Μητσοτάκη κωφεύει. Η Eurostat δημοσίευσε στις 30 Απριλίου στοιχεία που διαλύουν κάθε αφήγημα περί «οικονομικού θαύματος» και αποκαλύπτουν με ωμή σαφήνεια την πραγματική εικόνα μιας χώρας που έχει εγκαταλειφθεί στη φτώχεια και την ακρίβεια, ενώ η κυβέρνησή της μετράει πλεονάσματα και μοιράζει αυτοέπαινους.
Η Ελλάδα είναι η δεύτερη φτωχότερη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 27,5% των πολιτών της κινδυνεύει από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό — ποσοστό που ξεπερνά κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 20,9% και αφήνει πίσω του μόνο τη Βουλγαρία. Χώρες όπως η Τσεχία, η Πολωνία και η Σλοβενία έχουν καταφέρει να κρατούν τη φτώχεια στο μισό και κάτω από αυτό που καταγράφεται στη χώρα του δήθεν θαύματος.
Και τότε έρχεται το ερώτημα που κανείς στο Μαξίμου δεν τολμά να απαντήσει: σε επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη, με δισεκατομμύρια υπερπλεόνασμα στα ταμεία, με φορολογική αφαίμαξη που στραγγίζει εργαζόμενους και μεσαία στρώματα, το ποσοστό της φτώχειας μειώθηκε μόλις κατά 1,4%. Μόλις 1,4% σε επτά ολόκληρα χρόνια. Τα λεφτά υπήρχαν. Η πολιτική βούληση για να φτάσουν στους πολλούς, προφανώς όχι.
Σαν να μην έφτανε αυτό, τον Απρίλιο του 2026 ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε στο 4,6% — από 3,4% τον προηγούμενο μήνα, άνοδος 1,2% μέσα σε τριάντα μέρες. Η Ελλάδα βρίσκεται στην πέμπτη χειρότερη θέση σε ολόκληρη την ΕΕ, με τις τιμές να καλπάζουν και τα εισοδήματα να μένουν ακίνητα. Η ακρίβεια δεν είναι πλέον κρίση — είναι μόνιμη κατάσταση που η κυβέρνηση έχει αποδεχτεί ως δεδομένο.
Κι εκεί που περιμένεις έστω μια αναγνώριση του προβλήματος, εμφανίζεται ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος για να εξηγήσει με αφοπλιστική αλαζονεία ότι η άνοδος του τζίρου των σούπερ μάρκετ δεν οφείλεται στην ακρίβεια αλλά σε «καθαρή άνοδο του όγκου συναλλαγών». Με άλλα λόγια: δεν πληρώνετε περισσότερο — απλώς τρώτε περισσότερο. Ένας υπουργός που προτιμά τον σουρεαλισμό από την αλήθεια, σε μια κυβέρνηση που προτιμά τα αφηγήματα από τις λύσεις.
Αυτή είναι η πραγματική κληρονομιά της κυβέρνησης Μητσοτάκη: όχι θαύμα, αλλά στατιστική φτώχεια που αγγίζει σχεδόν τρία εκατομμύρια ανθρώπους, ακρίβεια που κατατρώει κάθε μισθό και σύνταξη, και μια κυβέρνηση που έχει μετατρέψει την αναλγησία σε επικοινωνιακή στρατηγική.






