Έχει συμφωνήσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης να δοθεί «λευκή επιταγή» για τη μελλοντική ένταξη της Αλβανίας στην ΕΕ; Το ερώτημα αυτό τίθεται με αφορμή δηλώσεις που έγιναν κατά τη συνάντηση Μητσοτάκη — Ράμα την Τετάρτη 22 Απριλίου, και οι οποίες προκαλούν σοβαρά ερωτηματικά. Ο Αλβανός πρωθυπουργός ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «δεν υπάρχει πλέον κανένα εκκρεμές θέμα» μεταξύ των δύο χωρών — μια δήλωση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα, καθώς εκκρεμούν ζητήματα υψίστης σημασίας.
Βασικός κανόνας της ΕΕ ορίζει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη μιας χώρας είναι η επίλυση όλων των διαφορών με τα υφιστάμενα κράτη-μέλη. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αλβανία οφείλει εδώ και πέντε χρόνια να τηρήσει τη δέσμευσή της για παραπομπή της οριοθέτησης της ΑΟΖ στο Ιόνιο στο Διεθνές Δικαστήριο, ενώ παράλληλα εκκρεμούν σοβαρά ζητήματα που αφορούν την Ελληνική Εθνική Μειονότητα. Παρ’ όλα αυτά, ο Ράμα δεν δίστασε να εμφανιστεί στο Φόρουμ των Δελφών και να ισχυριστεί ότι «δεν έχουμε διμερή θέματα», ενώ στην ίδια ανάσα εξέφραζε ελπίδα για «πλήρη συμφωνία σε όλα τα ζητήματα» εντός του 2026. Η αντίφαση είναι εκκωφαντική: πώς μπορεί κανείς να μιλά ταυτόχρονα για ανύπαρκτες εκκρεμότητες και για επίλυσή τους;
Ο τρόπος με τον οποίο ο Ράμα εγκωμίασε τον Έλληνα πρωθυπουργό — «τον σέβομαι ιδιαιτέρως, δεν παίζουμε θέατρο» — δεν είναι άσχετος με το γεγονός ότι ο Μητσοτάκης του έχει επανειλημμένως επιτρέψει να έρχεται στην Ελλάδα για προεκλογικές συγκεντρώσεις, κατά τις οποίες ο Αλβανός Πρωθυπουργός μας καθύβριζε μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.
Υψηλόβαθμες πηγές του υπουργείου Εξωτερικών προσπάθησαν να κρατήσουν αποστάσεις από τις αισιόδοξες προβλέψεις Ράμα για την ΑΟΖ, παραδεχόμενες ωστόσο ότι διεξάγονται διαβουλεύσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ίδιες πηγές χαρακτήρισαν την οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Αλβανία ως μη μείζονα προτεραιότητα πλέον — μια τοποθέτηση που γεννά εύλογα ερωτήματα. Εάν δεν πρόκειται για έμμεση κριτική στον πρώην υπουργό Εξωτερικών Νίκο Δένδια, που υπέγραψε την ετεροβαρή υπέρ της Ιταλίας συμφωνία στο Ιόνιο, τότε τι ακριβώς υπονοεί η σύγκριση; Να υπενθυμιστεί ότι εκείνη τη συμφωνία του 2020 ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Τσαβούσογλου την αποκάλεσε «μοντέλο» για τα ελληνοτουρκικά — γεγονός που μόνο ως πιστοποιητικό επιτυχίας δεν μπορεί να εκληφθεί.
Στο φόντο αυτό αναδύονται και οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις. Η πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ επισκέφθηκε ινκόγκνιτο τα Τίρανα τον Μάρτιο, συνοδευόμενη από Έλληνα μεγαλοκατασκευαστή, και συναντήθηκε με τον Ράμα. Λίγο αργότερα έγινε γνωστή η είσοδος του ομίλου AKTOR στον μεταλλευτικό τομέα της Αλβανίας, μέσω συμφωνίας-πλαισίου με αμερικανικό φορέα για εκμετάλλευση νικελίου και κοβαλτίου. Τα made in USA συμφέροντα, με ελληνική συμμετοχή, φαίνεται να αποτελούν ισχυρή κινητήρια δύναμη πίσω από την εσπευσμένη φιλία.
Ο Ράμα, εξάλλου, δεν αρκέστηκε στα ελληνοαλβανικά. Στο Φόρουμ των Δελφών επέλεξε να μιλήσει για «απελευθέρωση του Κοσόβου» από το ΝΑΤΟ, αναδεικνύοντας για μια ακόμα φορά τον αλβανικό μεγαλοϊδεατισμό που αποτελεί χρόνια απειλή για τη σταθερότητα των Βαλκανίων. Ο ίδιος άνδρας, με τις εντυπωσιακές επιδόσεις της χώρας του σε δείκτες διαφθοράς και οργανωμένου εγκλήματος, φέρεται να έχει εξασφαλίσει ήδη το «εισιτήριο» για την ΕΕ — ενώ άλλες χώρες της περιοχής αντιμετωπίζονται με πολύ αυστηρότερα κριτήρια.
Η «Διακήρυξη των Δελφών» που υπέγραψε ο υπουργός Εξωτερικών Γεραπετρίτης, με στόχο την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων, χαρακτηρίστηκε από ελληνικής πλευράς ως «ιστορικής σημασίας». Μένει να φανεί αν η Ελλάδα θα κατορθώσει να διαφυλάξει τα εθνικά της συμφέροντα μέσα σε αυτή τη διαδικασία, ή αν θα αρκεστεί στον ρόλο του διευκολυντή για λογαριασμό άλλων.






