Ένας νέος κορονοϊός που εντοπίστηκε σε νυχτερίδες της ανατολικής Αφρικής έχει θέσει σε εγρήγορση την επιστημονική κοινότητα, καθώς εργαστηριακές δοκιμές αποκάλυψαν ότι είναι ικανός να συνδεθεί με υποδοχείς των ανθρώπινων πνευμονικών κυττάρων. Ο ιός, γνωστός με την ονομασία CcCoV-KY43, εντοπίζεται σε νυχτερίδες με χαρακτηριστική καρδιόσχημη μύτη που ζουν σε περιοχές του ανατολικού Σουδάν, της Κένυας και της βόρειας Τανζανίας.
Ερευνητική ομάδα από το Ηνωμένο Βασίλειο και την Κένυα μελέτησε τις λεγόμενες πρωτεΐνες-ακίδες του ιού — το τμήμα εκείνο που λειτουργεί ως «κλειδί» για την είσοδο στα ανθρώπινα κύτταρα. Αναλύοντας 40 διαφορετικές τέτοιες πρωτεΐνες και συγκρίνοντάς τες με μια ευρεία βιβλιοθήκη κυτταρικών υποδοχέων, διαπίστωσαν ότι ο συγκεκριμένος ιός μπορεί να αξιοποιεί πολύ μεγαλύτερη ποικιλία υποδοχέων από όσο θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα για τους αλφακορονοϊούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι η έρευνα πραγματοποιήθηκε χωρίς τη χρήση ολόκληρου του ιού αλλά μόνο ενός τμήματός του, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τους βιολογικούς κινδύνους κατά τη διεξαγωγή της.
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις μετάδοσης στον ανθρώπινο πληθυσμό. Ωστόσο, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η δυνατότητα εισόδου σε ανθρώπινα κύτταρα καθιστά απαραίτητη τη συνεχή παρακολούθηση τέτοιων ιών. Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε ο καθηγητής Στίβεν Γκράχαμ από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, ο κίνδυνος υπάρχει και πάντα υπήρχε — το κρίσιμο είναι να τον γνωρίζουμε εγκαίρως, ώστε να μπορούμε να προετοιμαστούμε κατάλληλα. Στόχος της έρευνας είναι ακριβώς αυτό: η πρόληψη πριν την εμφάνιση, με έγκαιρο εντοπισμό πιθανών μεταδόσεων σε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου.






