Explainer: Τα Στενά του Ορμούζ ανοιγοκλείνουν, οι τιμές στην ενέργεια δεν θα μειωθούν εύκολα

Κοινοποίηση:
explainer

Ακόμη και αν η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν καταφέρει τελικά να διατηρηθεί και επιτρέψει στα εκατοντάδες δεξαμενόπλοια που έχουν εγκλωβιστεί στον Περσικό Κόλπο να κινηθούν ξανά μέσω των Στενών του Ορμούζ, οι εκτιμήσεις των αναλυτών παραμένουν απαισιόδοξες. Η επαναφορά της ροής πετρελαίου, φυσικού αερίου και άλλων κρίσιμων αγαθών δύσκολα θα επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα, καθώς οι διαταραχές που έχουν προκληθεί είναι βαθιές και πολυεπίπεδες.

Η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από τη συνεχιζόμενη ένταση στην περιοχή. Ο σφοδρός ισραηλινός βομβαρδισμός στον Λίβανο, με εκατοντάδες νεκρούς και αγνοούμενους, απειλεί να τινάξει στον αέρα κάθε προσπάθεια αποκλιμάκωσης. Σε απάντηση, ιρανικά κρατικά μέσα ανέφεραν εκ νέου κλείσιμο των Στενών, υπογραμμίζοντας πόσο εύθραυστη παραμένει η όποια συμφωνία.

Στο μεταξύ, περίπου 2.000 πλοία με σχεδόν 20.000 ναυτικούς παραμένουν παγιδευμένα στον Κόλπο από την έναρξη της σύγκρουσης, σύμφωνα με τον Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών. Ανάμεσά τους βρίσκονται δεξαμενόπλοια, φορτηγά πλοία και ακόμη και κρουαζιερόπλοια, πολλά από τα οποία έχουν μείνει αγκυροβολημένα για εβδομάδες, συχνά με περιορισμένες προμήθειες.

Παρά την ανακοίνωση της κατάπαυσης του πυρός, η ναυσιπλοΐα δεν επανήλθε άμεσα. Τις τελευταίες εβδομάδες, μόνο ελάχιστα πλοία –συχνά σε μονοψήφιο αριθμό ημερησίως– τόλμησαν να διασχίσουν τα Στενά, σε σύγκριση με τον προπολεμικό μέσο όρο των περίπου 140 διελεύσεων ημερησίως. Οι ναυτιλιακές εταιρείες και οι αναλυτές επισημαίνουν ότι μια προσωρινή εκεχειρία δεν αποτελεί επαρκή εγγύηση ασφάλειας, ιδιαίτερα όσο η διέλευση τελεί υπό ιρανική στρατιωτική εποπτεία.

Το Ιράν έχει ήδη εγκαθιδρύσει ένα αυστηρό σύστημα ελέγχου της κυκλοφορίας, επιτρέποντας τη διέλευση μόνο σε πλοία που θεωρούνται «μη εχθρικά». Αυτό συνεπάγεται λεπτομερή έλεγχο στοιχείων για την ιδιοκτησία, το φορτίο και τη δραστηριότητα κάθε πλοίου. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έλεγχοι πραγματοποιούνται ακόμη και με οπτική επιβεβαίωση από ιρανικές αρχές στο νησί Λαράκ, ενώ τα πλοία κατευθύνονται σε στενότερους και πιο περιοριστικούς διαδρόμους κοντά στις ιρανικές ακτές. Η πρακτική αυτή επιτείνει τη συμφόρηση σε μια ήδη επιβαρυμένη θαλάσσια οδό.

Παράλληλα, εξετάζεται η επιβολή υψηλών τελών διέλευσης –που ενδέχεται να φτάνουν έως και τα 2 εκατομμύρια δολάρια ανά πλοίο– γεγονός που ενισχύει περαιτέρω την αβεβαιότητα για τη στάση των ναυτιλιακών εταιρειών. Αν και τα πλήρως φορτωμένα πλοία αναμένεται να κινηθούν πρώτα, η είσοδος άδειων πλοίων για φόρτωση παραμένει εξαιρετικά αμφίβολη.

Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά είναι ήδη εμφανείς. Παρότι οι τιμές σημείωσαν πρόσκαιρη πτώση μετά τις πρώτες ανακοινώσεις για εκεχειρία, εξακολουθούν να κινούνται σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από πριν την κρίση. Οι αγορές ενσωματώνουν πλέον ένα μόνιμο «γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου», αντανακλώντας την αβεβαιότητα για τη σταθερότητα της περιοχής. Επιπλέον, η διακοπή της παραγωγής σε πολλές εγκαταστάσεις του Κόλπου, λόγω υπερπλήρωσης αποθηκών ή ζημιών από επιθέσεις, επιδεινώνει την κατάσταση.

Ιδιαίτερα σοβαρό πλήγμα έχει υποστεί το Κατάρ, όπου οι ζημιές σε βασικές εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου έχουν μειώσει την παραγωγική ικανότητα, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για πολυετή περίοδο αποκατάστασης. Την ίδια στιγμή, διυλιστήρια που καλύπτουν μεγάλο μέρος των αναγκών της Ευρώπης σε καύσιμα αεροσκαφών παραμένουν εκτός πλήρους λειτουργίας, με αποτέλεσμα να απαιτείται σημαντικός χρόνος για την ομαλοποίηση της προσφοράς.

Ακόμη και αν οι θαλάσσιες οδοί παραμείνουν ανοιχτές, η πλήρης αποκατάσταση της ισορροπίας στην αγορά ενέργειας θεωρείται μακρινός στόχος. Οι τιμές ενδέχεται να υποχωρήσουν προσωρινά, αλλά οι πιέσεις στην προσφορά αναμένεται να τις ωθήσουν εκ νέου ανοδικά. Η επιστροφή σε επίπεδα πριν από την κρίση φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον.

Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η κρίση αναμένεται να επιφέρει βαθύτερες αλλαγές. Πολλές χώρες, ιδιαίτερα στην Ασία, επανεξετάζουν την εξάρτησή τους από τον Κόλπο, επιδιώκοντας διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών. Παράλληλα, ενδέχεται να ενισχυθεί το ενδιαφέρον για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και εναλλακτικές τεχνολογίες, σε μια προσπάθεια περιορισμού της έκθεσης σε γεωπολιτικούς κινδύνους.

Τέλος, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη ναυσιπλοΐα δεν θα είναι άμεση. Όπως έδειξε και η πρόσφατη εμπειρία στην Ερυθρά Θάλασσα, ακόμη και μετά την υποχώρηση των απειλών, πολλές εταιρείες προτιμούν ασφαλέστερες –αν και πιο δαπανηρές– διαδρομές. Το ίδιο ενδέχεται να συμβεί και τώρα, παρατείνοντας τις επιπτώσεις της κρίσης πολύ πέρα από τη λήξη των εχθροπραξιών.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: