ΤΟ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ΦΙΑΣΚΟ ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ! ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ ΕΔΑΦΟΣ – ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΣΤΕΛΝΕΙ ΣΤΟΝ ΟΛΕΘΡΟ – ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ ΑΙΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΛΙΒΑΝΟ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΜΗΔΕΝ

Κοινοποίηση:
LIVANOS_EPITHESI

Η υποτιθέμενη 15ήμερη εκεχειρία ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν κατέρρευσε πριν καν αποκτήσει στοιχειώδη υπόσταση, αποδεικνύοντας πόσο σαθρό και προσχηματικό ήταν εξαρχής το εγχείρημα. Μετά από 39 ημέρες πολεμικών συγκρούσεων που προκάλεσαν παγκόσμια αναστάτωση, χιλιάδες θανάτους και τεράστιες υλικές καταστροφές, η όποια προοπτική αποκλιμάκωσης υπονομεύτηκε σχεδόν ακαριαία. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος, επιχειρώντας να διασώσει τη δική του πολιτική και στρατηγική αποτυχία, κλιμάκωσε τη βία στον Λίβανο, πυροδοτώντας νέα ένταση στην περιοχή.

Η εξέλιξη αυτή ώθησε το Ιράν να επανέλθει σε μια από τις πιο κρίσιμες γεωστρατηγικές κινήσεις: το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, θέτοντας σε κίνδυνο τη διεθνή ναυσιπλοΐα και προκαλώντας παγκόσμια ανησυχία για τις ενεργειακές ροές. Το μήνυμα της Τεχεράνης ήταν σαφές: χωρίς ουσιαστική συμμόρφωση στα αιτήματά της, δεν πρόκειται να υπάρξει καμία σταθεροποίηση. Τα λεγόμενα «10 σημεία» που έθεσε ως βάση διαπραγμάτευσης μπορεί να είναι διαπραγματευτικά μαξιμαλιστικά, αλλά αντικατοπτρίζουν μια πραγματικότητα που η Ουάσινγκτον αρνείται πεισματικά να αποδεχτεί.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, αρχικά πρόθυμος να παρουσιάσει τα ιρανικά αιτήματα ως «λειτουργική βάση», υπαναχώρησε επιλεκτικά, αποδεικνύοντας για ακόμη μια φορά ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν καθορίζεται από στρατηγική συνέπεια αλλά από ευκαιριακές πιέσεις και εσωτερικές ισορροπίες. Η εξαίρεση του Λιβάνου από τη διαπραγμάτευση –κατόπιν ισραηλινών πιέσεων– αποκάλυψε την πλήρη έλλειψη αυτονομίας της Ουάσινγκτον, η οποία εμφανίζεται περισσότερο ως εκτελεστής παρά ως ρυθμιστής των εξελίξεων.

Το αφήγημα περί «εύκολης νίκης» κατέρρευσε παταγωδώς. Η υπόσχεση ότι το ιρανικό καθεστώς θα καταρρεύσει, ότι θα ξεσπάσει λαϊκή εξέγερση και ότι θα εξαλειφθεί η στρατιωτική του ισχύς αποδείχθηκε όχι απλώς λανθασμένη, αλλά επικίνδυνα αυταπατηλή. Το Ιράν όχι μόνο άντεξε, αλλά επέδειξε αξιοσημείωτη στρατηγική ανθεκτικότητα, αξιοποιώντας ένα αποκεντρωμένο μοντέλο άμυνας που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την πλήρη εξουδετέρωσή του.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η διεθνής διάσταση της αποτυχίας. Οι επιπτώσεις στον παγκόσμιο πληθωρισμό, στην ενέργεια και στις εφοδιαστικές αλυσίδες προκάλεσαν κύμα δυσαρέσκειας, υπονομεύοντας περαιτέρω το κύρος των ΗΠΑ. Οι παραδοσιακοί σύμμαχοι στον Περσικό Κόλπο άρχισαν να αμφισβητούν ανοιχτά το μεταπολεμικό «συμβόλαιο ασφάλειας» με την Ουάσινγκτον, ενώ η Ευρώπη απομακρύνεται όλο και περισσότερο από μια Αμερική που λειτουργεί απρόβλεπτα και συγκρουσιακά.

Η ρητορική που ακολούθησε ήταν εξίσου αποκαλυπτική της πραγματικότητας. Από τη μία πλευρά, η αμερικανική ηγεσία επιδόθηκε σε θριαμβολογίες, μιλώντας για «ιστορική νίκη». Από την άλλη, σοβαροί αναλυτές περιγράφουν την κατάσταση ως ένα ακόμη στρατηγικό αδιέξοδο, μια επανάληψη αποτυχημένων συνταγών που εδώ και δεκαετίες αποσταθεροποιούν τη Μέση Ανατολή αντί να την εξομαλύνουν.

Το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα, ωστόσο, αφορά τη συνολική εικόνα ισχύος των ΗΠΑ. Σε έναν ολοένα πιο πολυπολικό κόσμο, η αδυναμία επιβολής των στόχων τους απέναντι σε μια περιφερειακή δύναμη όπως το Ιράν στέλνει ένα σαφές μήνυμα σε χώρες όπως η Κίνα ή η Ρωσία: η αμερικανική υπεροχή δεν είναι πλέον δεδομένη. Και αυτό δεν είναι απλώς μια αποτυχία τακτικής — είναι μια βαθιά, δομική κρίση στρατηγικής σκέψης.

Η Ουάσινγκτον, αντί να αναστοχαστεί, φαίνεται να επιμένει στην ίδια επιθετική, κοντόφθαλμη λογική που την οδήγησε επανειλημμένα σε αδιέξοδα. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η αποσταθεροποίηση ολόκληρων περιοχών, αλλά και η σταδιακή αποδόμηση της ίδιας της διεθνούς της αξιοπιστίας.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: