Περισσότεροι από 1 εκατομμύριο Έλληνες ζουν με διαβήτη, εκ των οποίων το 90% με διαβήτη τύπου 2, ενώ τα ποσοστά θνησιμότητας είναι κατά 45% (1,2) υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Οι προηγμένες τεχνολογίες παρακολούθησης γλυκόζης με αισθητήρα παραμένουν μη διαθέσιμες στην Ελλάδα για τους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, παρά τα αποδεδειγμένα οφέλη τους στη μείωση των επιπλοκών και του κόστους.
Ωστόσο, όπως δήλωσε ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, είναι δύσκολο η χώρα να εξοικονομήσει 50 εκατ, ευρώ που χρειάζονται για να καλυφθούν όλοι οι ασθενείς. Υπεραμύνθηκε δε της πολιτικής του, να βρεθούν περί τα 30 εκατ. ευρώ από το clawback στα ιατροτεχνολογικά προϊόντα και με το ποσό αυτό να καλυφθούν αυτοί που το έχουν περισσότερη ανάγκη (άτομα με συννοσηρότητες κλπ). Εκπρόσωποι της Ομοσπονδίας και του Συλλόγου Ατόμων με Διαβήτη συναντώνται σήμερα -για πολλοστή φορά- μαζί του για το θέμα για το οποίο λαμβάνουν την ίδια δέσμευση από το 2024 χωρίς αποτέλεσμα…
Η Ελλάδα παραμένει μεταξύ των λίγων χωρών στην Ευρώπη όπου τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 που ακολουθούν σχήματα πολλαπλών καθημερινών ενέσεων ινσουλίνης (MDI), εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση σε συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM). Την ίδια στιγμή, η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών – συμπεριλαμβανομένης της γειτονικής Κύπρου – έχει ήδη προχωρήσει στην αποζημίωση των συστημάτων CGM για άτομα με διαβήτη τύπου 2 που λαμβάνουν θεραπεία με ινσουλίνη, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι η ισότιμη πρόσβαση στην καινοτομία είναι εφικτή και αναγκαία.
Επαγγελματίες υγείας, υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και εκπρόσωποι των ασθενών απευθύνουν σαφή έκκληση για άμεση δράση, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η επιδεινούμενη επιβάρυνση του διαβήτη στη χώρα. Με δείκτες επιπολασμού και θνησιμότητας σημαντικά υψηλότερους από τον μέσο όρο της ΕΕ, οι ειδικοί συγκλίνουν στην ανάγκη η Ελλάδα να θέσει ως προτεραιότητα την πρόσβαση σε καινοτόμες τεχνολογίες, όπως τα συστήματα CGM, ώστε να βελτιωθούν τα κλινικά αποτελέσματα, να περιοριστούν οι επιπλοκές και να ενισχυθεί η μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα του συστήματος υγείας.
Ο διαβήτης αποτελεί μία από τις πιο πιεστικές προκλήσεις δημόσιας υγείας στην Ευρώπη, επηρεάζοντας 64 εκατομμύρια ενήλικες και 300.000 παιδιά, ενώ προκαλεί πάνω από 1,1 εκατομμύρια θανάτους ετησίως λόγω επιπλοκών.
Η κατάσταση στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, η κατάσταση είναι ακόμη πιο κρίσιμη: περισσότεροι από 1 εκατομμύριο άνθρωποι ζουν με διαβήτη, εκ των οποίων το 90% με διαβήτη τύπου 2, ενώ ο επιπολασμός ανέρχεται σε 11,9%(6), σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 9,2%(1). Η θνησιμότητα που σχετίζεται με τον διαβήτη είναι κατά 45% υψηλότερη σε σύγκριση με την ΕΕ, ενώ οι θάνατοι από διαβήτη έχουν αυξηθεί πάνω από 50% μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία. Ο διαβήτης τύπου 2 από μόνος του προκαλεί απώλεια περισσότερων ετών ζωής σε σύγκριση με τη δια βίου κατανάλωση καπνού, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για αποφασιστική και συντονισμένη δράση.
Το οικονομικό βάρος είναι εξίσου σοβαρό. Ο διαβήτης και οι επιπλοκές του αντιπροσωπεύουν έως και το 18% των εθνικών δαπανών υγείας, ενώ οι ασθενείς εμφανίζουν 2,6 φορές υψηλότερο κόστος υγειονομικής περίθαλψης. Ο ανεπαρκώς ρυθμισμένος διαβήτης τύπου 2 επιβαρύνει το σύστημα υγείας με επιπλέον €3.000–€10.000 ετησίως ανά ασθενή, ενώ οι απώλειες παραγωγικότητας αντιπροσωπεύουν το 26%(3) του συνολικού οικονομικού αντίκτυπου. Πέρα από το άμεσο οικονομικό κόστος, ο κοινωνικός αντίκτυπος είναι σημαντικός: χειρότερη ποιότητα ζωής, αυξημένα επίπεδα αναπηρίας και απώλεια παραγωγικότητας, με τις οικογένειες και τους φροντιστές να επιβαρύνονται με σοβαρές συναισθηματικές και πρακτικές προκλήσεις.
Παρά τα παραπάνω, οι σύγχρονες τεχνολογίες παρακολούθησης γλυκόζης παραμένουν σε μεγάλο βαθμό απρόσιτες για τα άτομα με διαβήτη τύπου 2, αφήνοντας εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους χωρίς αποδεδειγμένα εργαλεία που μειώνουν τις επιπλοκές, τις νοσηλείες και το μακροπρόθεσμο κόστος. Η μελέτη δεδομένων σε πραγματικές συνθήκες REFLECT καταδεικνύει ότι η τεχνολογία FreeStyle Libre μειώνει σημαντικά τις νοσηλείες για καρδιαγγειακές επιπλοκές σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που λαμβάνουν ινσουλίνη, σε σύγκριση με την παραδοσιακή παρακολούθηση με τρύπημα στο δάχτυλο. Ευρύτερη κλινική τεκμηρίωση επιβεβαιώνει ότι η συνεχής καταγραφή γλυκόζης βελτιώνει τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c), αυξάνει τον χρόνο εντός στόχου και μειώνει τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας, βοηθώντας τους ασθενείς να πετύχουν εξατομικευμένους γλυκαιμικούς στόχους και ταυτόχρονα να μειωθεί το μακροπρόθεσμο κόστος για το σύστημα υγείας.





