Ο Καναδάς πατάει γκάζι στις διαπραγματεύσεις με το Mercosur, με τον υπουργό Διεθνούς Εμπορίου Μανίντερ Σίντου να δηλώνει από το Καμερούν, στο περιθώριο υπουργικής συνόδου του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ότι στόχος είναι μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου έως το φθινόπωρο. Ο ίδιος μίλησε για πιο πυκνό ρυθμό επαφών, περίπου κάθε έξι εβδομάδες, ενώ έχει ήδη συναντηθεί με Αργεντινή και Παραγουάη και προγραμματίζει συνομιλίες με Βραζιλία και Ουρουγουάη.
Πίσω από την αισιοδοξία κρύβεται μια καθαρά γεωπολιτική και οικονομική ανάγκη: Η Οττάβα αναζητά επειγόντως νέες εμπορικές διεξόδους, την ώρα που η αβεβαιότητα από τους δασμούς που επέβαλε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ πιέζει την καναδική στρατηγική. Σύμφωνα με το Reuters, η καναδική πλευρά θέλει να μειώσει την εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και να ανοίξει πιο σταθερούς διαύλους με τη Νότια Αμερική, με τη Βραζιλία να θεωρείται κομβικός εταίρος.
Το χρονοδιάγραμμα που διαμορφώνεται είναι φιλόδοξο: Αν όλα κυλήσουν όπως σχεδιάζεται, η συμφωνία θα μπορούσε να πέσει στο τραπέζι τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο, σχεδόν έναν χρόνο μετά την επίσημη επανεκκίνηση των συνομιλιών. Η εικόνα που μεταδίδουν διπλωματικές πηγές είναι ότι οι επαφές προχωρούν με ασυνήθιστη ταχύτητα, σχεδόν «με σπασμένα φρένα», καθώς όλες οι πλευρές θέλουν να προλάβουν το παράθυρο ευκαιρίας πριν σκληρύνει ξανά το διεθνές εμπορικό περιβάλλον.
Στο ελληνικό αυτί, η ιστορία αυτή ακούγεται σαν μια ακόμη «στραβοτιμονιά» της παγκόσμιας εμπορικής σκακιέρας: Ο Καναδάς γυρίζει βιαστικά προς νέες αγορές, χωρίς να υπολογίσει τυχόν «παρενέργειες» από το άνοιγμα των εισαγωγών αμφιβόλου ποιότητας τροφίμων από τη Λατινική Αμερική. Ή ίσως τα καταφέρει θεσμοθετώντας και εφαρμόζοντας αυστηρές δικλείδες με τις χώρες, από την αυστηρή επιτήρηση συνθηκών παραγωγής μέχρι τη τοποθέτηση προϊόντων στα ράφια των καταστημάτων;





