Η εικόνα γύρω από την κατάσταση της ιρανικής ηγεσίας παραμένει ασαφής και κατακερματισμένη, ωστόσο η δημόσια ρητορική του Ισραήλ προσφέρει ενδείξεις για τις στρατηγικές του επιδιώξεις. Πηγές από το Τελ Αβίβ αναφέρουν ότι ο ισραηλινός στρατός παρουσιάζει τον Αλί Λαριτζανί ως τον de facto ηγέτη του Ιράν μετά τον θάνατο του Αλί Χαμενεΐ, αποδίδοντάς του ρόλο κεντρικού συντονιστή μεταξύ πολιτικής και ασφάλειας.
Η συγκεκριμένη αποτύπωση δεν είναι τυχαία. Ο Λαριτζανί θεωρείται από αναλυτές ως κρίσιμος κρίκος στη διατήρηση ισορροπιών μεταξύ στρατιωτικής ισχύος και διπλωματικής διαχείρισης, καθώς λειτουργούσε ως βασικός δίαυλος επικοινωνίας με δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα. Ενδεχόμενη στοχοποίησή του υποδηλώνει μια στρατηγική επιλογή: την αποδυνάμωση των πολιτικών μηχανισμών που θα μπορούσαν να επιτρέψουν αποκλιμάκωση ή διαπραγμάτευση, ωθώντας το ιρανικό σύστημα σε πιο άκαμπτες και συγκρουσιακές επιλογές.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση φαίνεται να δίνεται στο εσωτερικό πεδίο ισχύος του Ιράν. Στο στόχαστρο φέρεται να βρίσκεται η ηγεσία των Basij, με αναφορές στον διοικητή Γκολαμρεζά Σολεϊμανί. Οι δυνάμεις αυτές αποτελούν βασικό εργαλείο εσωτερικής ασφάλειας και κοινωνικού ελέγχου, με καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση διαδηλώσεων και αναταραχών.
Η πίεση προς τους Basij ερμηνεύεται ως απόπειρα διατάραξης της αλυσίδας διοίκησης και αποδυνάμωσης του μηχανισμού καταστολής. Σε ένα περιβάλλον όπου ήδη καταγράφονται κοινωνικές εντάσεις στην Τεχεράνη, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επιταχύνει φαινόμενα εσωτερικής αστάθειας και να δημιουργήσει συνθήκες μη ελεγχόμενης κρίσης.
Την ίδια στιγμή, ενδεχόμενη απομάκρυνση της λεγόμενης «παλαιάς φρουράς» ανοίγει χώρο για την ενίσχυση των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC). Η νέα αυτή ισορροπία ισχύος φαίνεται να ευνοεί πρόσωπα όπως ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ενώ περιορίζει τα περιθώρια ύπαρξης εσωτερικών αντιστάσεων ή εναλλακτικών πολιτικών φωνών. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι IRGC τείνουν να συγκεντρώνουν όχι μόνο στρατιωτική αλλά και ουσιαστική κρατική εξουσία.
Συνολικά, η στρατηγική που αποδίδεται σε ΗΠΑ και Ισραήλ φαίνεται να στοχεύει στην αποδόμηση της διοικητικής και πολιτικής συνοχής του ιρανικού συστήματος. Η επιδίωξη δεν περιορίζεται σε στρατιωτική αποδυνάμωση, αλλά επεκτείνεται στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος όπου θα κυριαρχούν σκληροπυρηνικά στοιχεία, μειώνοντας δραστικά τις πιθανότητες διπλωματικής αποκλιμάκωσης.
Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα Ιράν με σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά περιορισμένη ικανότητα στρατηγικής διαχείρισης και διεθνούς επιβίωσης, εγκλωβισμένο σε μια μακροχρόνια και δύσκολα αναστρέψιμη σύγκρουση.





