Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως «δίκαιη παρέμβαση» το πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, όμως στην πράξη πρόκειται για ένα μέτρο που περισσότερο εξυπηρετεί τη διαχείριση των εντυπώσεων παρά την πραγματική ανακούφιση των καταναλωτών. Η επιλογή του υπουργείου Ανάπτυξης να «κλειδώσει» τα περιθώρια κέρδους στα επίπεδα του 2025 δεν αποτελεί καμία ουσιαστική αντιμετώπιση της ακρίβειας. Αντιθέτως, παγιώνει μια ήδη στρεβλή κατάσταση, καθώς οι τιμές του 2025 είχαν διαμορφωθεί ύστερα από μια μακρά περίοδο συνεχών ανατιμήσεων που διέλυσαν την αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών. Με απλά λόγια, το μέτρο δεν μειώνει την ακρίβεια· απλώς τη σταθεροποιεί σε ένα ήδη υπερβολικά υψηλό επίπεδο, επιτρέποντας στην αγορά να συνεχίσει να λειτουργεί πάνω σε μια «φουσκωμένη» βάση τιμών.
Η ρητορική περί «προστασίας του καταναλωτή» από την κυβέρνηση Μητσοτάκη μοιάζει έτσι με μια ακόμη προσπάθεια πολιτικής ωραιοποίησης μιας πραγματικότητας που γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτική για τα νοικοκυριά. Όταν το κράτος παρουσιάζει ως επιτυχία το ότι δεν αυξάνονται περαιτέρω τα περιθώρια κέρδους, ουσιαστικά αποδέχεται ότι η ακρίβεια των τελευταίων ετών αποτελεί πλέον το νέο κανονικό. Αντί να επιδιωχθεί πραγματική αποκλιμάκωση των τιμών, η πολιτική επιλογή φαίνεται να είναι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης, με το κόστος να μετακυλίεται διαρκώς στους πολίτες.
Την ίδια στιγμή, η πραγματική οικονομία κινείται με όρους που καμία υπουργική απόφαση δεν μπορεί εύκολα να περιορίσει. Παρά τους χιλιάδες ελέγχους που επικαλείται το υπουργείο Ανάπτυξης, η ελληνική αγορά επηρεάζεται άμεσα από διεθνείς εξελίξεις και από μια σειρά μηχανισμών που λειτουργούν πέρα από το εθνικό ρυθμιστικό πλαίσιο. Σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές, η κρίση στη Μέση Ανατολή και οι αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές περνούν στην ελληνική οικονομία μέσα από τρεις βασικούς «διαύλους», τους οποίους η κυβερνητική πολιτική δεν φαίνεται ικανή να ελέγξει.
Ο πρώτος αφορά το εκρηκτικό κόστος των μεταφορών. Η αστάθεια στον Περσικό Κόλπο έχει εκτινάξει τα ναύλα και τα ασφάλιστρα για τα εμπορικά πλοία, γεγονός που μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στις τιμές των προϊόντων. Όσο αυξάνεται το κόστος μεταφοράς πρώτων υλών και εμπορευμάτων, τόσο πιο ακριβό γίνεται το τελικό προϊόν στο ράφι, ανεξάρτητα από το τι προβλέπει οποιαδήποτε ελληνική ρύθμιση.
Ο δεύτερος δίαυλος σχετίζεται με την ενεργειακή εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας. Οι διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου επηρεάζουν άμεσα το κόστος παραγωγής, τη βιομηχανία και τελικά την τιμή βασικών αγαθών. Όταν η ενέργεια ακριβαίνει, η αύξηση μεταφέρεται αλυσιδωτά σε ολόκληρη την οικονομία, από τη γεωργία μέχρι τη μεταποίηση και το λιανεμπόριο.
Ο τρίτος παράγοντας αφορά τη διεθνή αγορά λιπασμάτων, η οποία βρίσκεται επίσης υπό πίεση λόγω της ενεργειακής κρίσης και των γεωπολιτικών εντάσεων. Η αύξηση του κόστους παραγωγής στη γεωργία προμηνύει μειωμένες αποδόσεις καλλιεργειών και υψηλότερες τιμές τροφίμων τους επόμενους μήνες. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που λειτουργεί με καθυστέρηση αλλά έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις, καθώς οι ανατιμήσεις μεταφέρονται σταδιακά από το χωράφι στο ράφι.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πραγματικότητα που βιώνει ο Έλληνας καταναλωτής απέχει πολύ από την εικόνα «ελεγχόμενου πληθωρισμού» που επιχειρούν να παρουσιάσουν ορισμένοι φορείς της αγοράς. Έρευνες καταναλωτικής συμπεριφοράς αποκαλύπτουν μια κοινωνία που έχει εξαντλήσει τα περιθώρια προσαρμογής της. Η λεγόμενη «συντηρητική» στροφή των καταναλωτών δεν είναι αποτέλεσμα αλλαγής νοοτροπίας, αλλά συνέπεια οικονομικής πίεσης.
Μόνο ένα μικρό ποσοστό πολιτών δηλώνει ότι αισθάνεται οικονομικά ασφαλές, ενώ ένα σημαντικό κομμάτι των νοικοκυριών παραδέχεται ότι δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και τις βασικές του υποχρεώσεις. Η στροφή στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και στις συνεχείς προσφορές δεν αποτελεί πλέον απλώς μια καταναλωτική επιλογή, αλλά στρατηγική επιβίωσης για μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Οι καταναλωτές αγοράζουν όλο και περισσότερο με βάση τις εκπτώσεις και τις προσφορές, περιορίζοντας δραστικά τις δαπάνες τους.
Η καθημερινότητα πολλών οικογενειών αλλάζει επίσης δραματικά. Η έξοδος για φαγητό ή διασκέδαση μειώνεται σε πρωτοφανή επίπεδα, καθώς τα νοικοκυριά προσπαθούν να συγκρατήσουν έναν προϋπολογισμό που διαρκώς πιέζεται από τις αυξήσεις. Πρόκειται για μια μορφή οικονομικής άμυνας που δείχνει πόσο βαθιά έχει επηρεάσει η ακρίβεια την κοινωνία.
Παράλληλα, η αβεβαιότητα δημιουργεί ένα ακόμη επικίνδυνο φαινόμενο: την αυτοεκπληρούμενη προφητεία της κρίσης. Όσο οι πολίτες φοβούνται νέες ανατιμήσεις, τόσο περιορίζουν την κατανάλωση και προχωρούν σε προληπτικές αγορές βασικών αγαθών. Το αποτέλεσμα είναι να ενισχύεται η αίσθηση αστάθειας στην αγορά και να επιβραδύνονται επενδύσεις και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.
Η κυβερνητική στρατηγική, που περιορίζεται κυρίως σε προσωρινά και οριζόντια μέτρα μέχρι τα μέσα του καλοκαιριού, δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα τόσο βαθιά ριζωμένο στη διεθνή οικονομία. Αν η γεωπολιτική ένταση συνεχιστεί και οι ενεργειακές τιμές παραμείνουν υψηλές, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί μπροστά σε ένα σενάριο όπου βασικές ανάγκες όπως η θέρμανση και η διατροφή θα γίνουν ακόμη πιο ακριβές για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.
Η αγορά, παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις, δεν είναι πραγματικά προστατευμένη. Βρίσκεται απλώς σε μια εύθραυστη ισορροπία, περιμένοντας τις επόμενες διεθνείς εξελίξεις. Και μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα, ο τελικός λογαριασμός συνεχίζει να καταλήγει στον ίδιο αποδέκτη: τον Έλληνα καταναλωτή, που καλείται για ακόμη μία φορά να πληρώσει το τίμημα μιας κρίσης την οποία η κυβερνητική πολιτική δείχνει ανίκανη να ανακόψει.






