Η στρατιωτική κλιμάκωση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στο Ιράν φαίνεται να αποτελεί συνειδητή επιλογή του Αμερικανού προέδρου Donald Trump, ο οποίος εμφανίζεται αποφασισμένος να συνεχίσει την πολεμική πορεία παρά τις εκκλήσεις για διπλωματική αποκλιμάκωση. Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το Reuters, ο Τραμπ απέρριψε τις πρωτοβουλίες χωρών της Μέσης Ανατολής που επιχείρησαν να ανοίξουν δίαυλο διαπραγματεύσεων, δείχνοντας ότι προτιμά την στρατιωτική πίεση από τη διπλωματία.
Τις τελευταίες ώρες οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν πλήγματα σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές στο νησί Kharg Island, το βασικό κέντρο εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν. Η επίθεση αυτή θεωρείται σαφές μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον σκοπεύει να εντείνει τις επιχειρήσεις, ακόμη και με κινήσεις που μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ «με τον έναν ή τον άλλο τρόπο», καλώντας μάλιστα ορισμένες χώρες να συνδράμουν στέλνοντας πολεμικά πλοία στην περιοχή.
Η στάση αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και σοβαρούς προβληματισμούς για το πού μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια στρατηγική. Ανάλυση της βρετανικής εφημερίδας The Guardian εκτιμά ότι ο πόλεμος που άνοιξε η Ουάσιγκτον ενδέχεται να έχει τελικά βαρύ πολιτικό κόστος για τον ίδιο τον Τραμπ, οδηγώντας ακόμη και σε εκλογική ήττα. Παρά τη βεβαιότητα που δείχνει δημόσια ο Αμερικανός πρόεδρος, οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις ενός παρατεταμένου πολέμου θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον του.
Ο Τραμπ φαίνεται να πιστεύει ότι οι στρατιωτικές παρεμβάσεις μπορούν να αποφέρουν γρήγορα και καθοριστικά αποτελέσματα, όπως θεωρεί ότι συνέβη με την υπόθεση του προέδρου της Βενεζουέλα Nicolás Maduro. Στο μυαλό του, τέτοιες κινήσεις προσφέρουν γεωπολιτικά πλεονεκτήματα, καθώς επιτρέπουν στις ΗΠΑ να επηρεάζουν ενεργειακούς πόρους και να ασκούν πίεση σε κυβερνήσεις που θεωρούνται εχθρικές. Ωστόσο, η μεταφορά αυτής της λογικής στο Ιράν αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη και επικίνδυνη.
Παρά το μπαράζ πυραυλικών επιθέσεων και drones που έχουν εξαπολυθεί από το Ιράν προς το Ισραήλ και άλλες χώρες της περιοχής, ο Τραμπ εξακολουθεί να δηλώνει βέβαιος ότι θα επικρατήσει, ανεξάρτητα από το πώς ορίζεται η έννοια της «νίκης». Σε δημόσιες παρεμβάσεις του υποστηρίζει ότι ακόμη και αν οι τιμές της ενέργειας αυξηθούν προσωρινά, αυτό αποτελεί μικρό τίμημα για την εξάλειψη της ιρανικής απειλής. Μάλιστα, με το γνωστό προκλητικό ύφος του, υποστήριξε ότι μόνο «ηλίθιοι» θα μπορούσαν να διαφωνούν με αυτή τη στρατηγική.
Η αυτοπεποίθηση του Αμερικανού προέδρου ενισχύεται από το γεγονός ότι μέχρι στιγμής η αμερικανική οικονομία δεν έχει υποστεί το πλήγμα που πολλοί φοβούνταν. Παρά τους εμπορικούς πολέμους, τις επιθετικές οικονομικές πολιτικές και τις συγκρούσεις με τη Federal Reserve, οι οικονομικοί δείκτες παραμένουν σχετικά σταθεροί. Η μεγάλη εγχώρια παραγωγή ενέργειας προσφέρει επίσης ένα επίπεδο προστασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η χώρα έχει μειώσει σημαντικά την εξάρτησή της από εισαγωγές πετρελαίου τις τελευταίες δεκαετίες.
Παρόλα αυτά, η πραγματικότητα της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας δεν μπορεί να αγνοηθεί. Οι τιμές του πετρελαίου καθορίζονται διεθνώς και επηρεάζουν όλες τις οικονομίες, ακόμη και εκείνες που διαθέτουν σημαντική εγχώρια παραγωγή. Ήδη η τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από τότε που ανέλαβε την προεδρία ο Τραμπ, ξεπερνώντας τα 3,50 δολάρια το γαλόνι. Οι προβλέψεις της αμερικανικής κυβέρνησης δείχνουν ότι η αγορά καυσίμων ενδέχεται να παραμείνει πιεσμένη για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τις τιμές να μην επιστρέφουν σε χαμηλότερα επίπεδα πριν από το 2027.
Οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν στα πρατήρια καυσίμων. Οι εταιρείες μεταφορών θα μετακυλήσουν το αυξημένο κόστος στους πελάτες τους, οι αγρότες θα αντιμετωπίσουν ακριβότερα καύσιμα και λιπάσματα, ενώ το κόστος των τροφίμων θα αυξηθεί. Οι αεροπορικές εταιρείες, οι λιανέμποροι και πολλοί ακόμη κλάδοι της οικονομίας θα πιεστούν από την άνοδο των τιμών της ενέργειας. Όλα αυτά αναμένεται να αποτυπωθούν και στον πληθωρισμό, γεγονός που μπορεί να καθυστερήσει τις μειώσεις επιτοκίων από τη Fed.
Παράλληλα, η αύξηση των τιμών στα καύσιμα ενδέχεται να επηρεάσει και τις καταναλωτικές συνήθειες των Αμερικανών, ακόμη και σε τομείς όπως η αγορά αυτοκινήτων, όπου τα μεγάλα SUV αποτελούν ιδιαίτερα δημοφιλή επιλογή. Όλα αυτά δημιουργούν ένα περιβάλλον που θα μπορούσε να διαβρώσει την πολιτική στήριξη προς τον πρόεδρο.
Η αμερικανική κυβέρνηση προσπαθεί ήδη να περιορίσει τις επιπτώσεις της κρίσης. Έχει παρουσιάσει σχέδιο για την ασφάλιση δεξαμενόπλοιων και την συνοδεία τους μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενώ εξετάζει τρόπους αύξησης της προσφοράς πετρελαίου, ακόμη και μέσω της χαλάρωσης περιορισμών σε εξαγωγές από άλλες χώρες. Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η αντιστροφή μιας τόσο μεγάλης ενεργειακής αναταραχής δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Τραμπ δεν είναι απαραίτητα στρατιωτικό. Η αμερικανική ιστορία έχει δείξει ότι οι στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό συχνά σταματούν όχι από τις στρατιωτικές δυσκολίες αλλά από την αντίδραση της ίδιας της αμερικανικής κοινωνίας. Και ο πόλεμος εναντίον του Ιράν φαίνεται να είναι από την αρχή ιδιαίτερα αντιδημοφιλής.
Παρά την επιθετική ρητορική και την πεποίθηση ότι μπορεί να επιβάλει την «άνευ όρων παράδοση» της Τεχεράνης, η πραγματικότητα ενός πολέμου εναντίον μιας μεγάλης και στρατιωτικά οργανωμένης χώρας είναι πολύ πιο περίπλοκη. Ακόμη και αν οι αεροπορικές επιθέσεις καταστρέψουν σημαντικές υποδομές, χιλιάδες ένοπλοι μαχητές θα εξακολουθήσουν να βρίσκονται στο έδαφος, έτοιμοι να αντισταθούν.
Ο Τραμπ θα μπορούσε να αναζητήσει έναν τρόπο πολιτικής υποχώρησης και να παρουσιάσει μια συμβιβαστική λύση ως νίκη. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ταιριάζει στο πολιτικό προφίλ που ο ίδιος έχει καλλιεργήσει. Οι εναλλακτικές που απομένουν είναι ακόμη πιο επικίνδυνες: η ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων ή η συνέχιση των βομβαρδισμών για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Καμία από αυτές τις επιλογές δεν υπόσχεται γρήγορο τέλος στη σύγκρουση. Και όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο αυξάνεται το οικονομικό και πολιτικό κόστος. Ο Αμερικανός πρόεδρος ίσως διαπιστώσει τελικά ότι η λογική της στρατιωτικής επίδειξης δύναμης, που σε ορισμένες περιπτώσεις φάνηκε να αποδίδει, δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε διεθνή κρίση — ιδιαίτερα όταν απέναντί του βρίσκεται μια χώρα όπως το Ιράν.





