Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών βάσει της οποίας οι 4 κατηγορούμενοι για το σκάνδαλο των υποκλοπών κρίθηκαν ένοχοι χωρίς να γίνουν δεκτοί στο ελάχιστο οι ισχυρισμοί τους, έρχεται να αποκαταστήσει το πληγωμένο από την στάση της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής αλλά την στάση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Αρείου Πάγου στην υπόθεση γόητρο και κυρίως να αποκαταστήσει το κοινό περί δικαίου αίσθημα.
Ο Πρόεδρος της Έδρας μετά από σχετική πρόταση του Εισαγγελέα κατέληξε στην ύψιστη για το βαθμό αυτό ποινή, δηλαδή τα 8 εκτιτέα χρόνια με αναστολή ως την εξέταση σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο. Εξαιρετικά σημαντική ως εξέλιξη κρίνεται επίσης η Απόφαση να διαβιβαστεί η δικογραφία στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών για διερεύνηση περαιτέρω ποινικών ευθυνών τόσο των ενόχων σε πρώτο βαθμό όσο και άλλων τρίτων προσώπων εμπλεκομένων με την υπόθεση αυτή.
Αίσθηση δε προκάλεσε η έντονη επισήμανση του Δικαστηρίου ότι τίθεται ζήτημα Κατασκοπείας καθόσον αφενός, πρόκειται για υπηκόους Ισραήλ, πρώην στελέχη των Μυστικών Υπηρεσιών, οι οποίοι έστησαν τα δίκτυα του παράνομου λογισμικού και αφετέρου, στόχοι και θύματα υπήρξαν κατεξοχήν ανώτερα στελέχη των ελληνικών Κρατικών Δομών και Υπηρεσιών Πληροφοριών, Σωμάτων Ασφαλείας αλλά και Ενόπλων Δυνάμεων.
Και μπορεί η πλειοψηφία των στόχων αυτών μεταξύ των οποίων ο Α/ΓΕΕΘΑ και Υπουργοί της Κυβέρνησης να μην προχώρησαν ποτέ σε μηνύσεις για τις επιθέσεις που διαπιστωμένα δέχθηκαν από το σύστημα υποκλοπών, ωστόσο έγινε εξαρχής γνωστό πως μεταξύ των στόχων ήταν και στελέχη της ΕΥΠ, που 2 εξ αυτών προέβησαν σε εγκλήσεις αλλά και ένας πρώην Υποδιοικητής της Υπηρεσίας ο συνταξιούχος Αστυνομικός Βασίλης Γκρίζης. Ήταν λοιπόν αν μη τι άλλο ζήτημα κοινής λογικής να τεθεί ζήτημα Κατασκοπείας για τις δύο υπαλλήλους που σημειωτέον, εκτός του ότι υπήρξαν στόχοι του λογισμικού υποκλοπών, ήταν και μεταξύ των 78 «ανεπιθύμητων» για την Κυβέρνηση στελεχών της ΕΥΠ που μετατάχθηκαν αντισυνταγματικώς και ακουσίως στην ΕΛ.ΑΣ διότι διαφωνούσαν με έκνομες ενέργειες και εντολές της Ιεραρχίας της Υπηρεσίας.
Μέχρι τούδε το κατηγορητήριο δεν έχει αγγίξει άτομα της ΕΥΠ που ενεπλάκησαν στο σκάνδαλο των υποκλοπών. Μελλοντικά μετά την Απόφαση του Δικαστηρίου όλα είναι πιθανά αφού πλέον σίγουρα θα αναζητηθούν ποινικές ευθύνες και για τρίτα -εκτός των καταδικασθέντων επιχειρηματιών- πρόσωπα, δηλαδή ποιοι από την ΕΥΠ συνεργάστηκαν μαζί τους για τις υποκλοπές.
Η δε ΕΥΠ όχι μόνον αδιαφόρησε απέναντι στην στοχοποίηση επιχειρησιακών της υπαλλήλων «από τρίτους», αλλά επιπλέον προτίμησε να απομακρύνει τους διαφωνούντες με περίεργες και έκνομες καταστάσεις της Ιεραρχίας, με συνοπτικές μάλιστα και αντισυνταγματικές διαδικασίες και να μην αναζητήσει σε κανένα επίπεδο τους υπαίτιους της επίθεσης, έστω και καθυστερημένα.
Προσφάτως δε, κατά τη συζήτηση της ακυρωτικών αιτήσεων (προσφυγών) για τις αναγκαστικές μετατάξεις στελεχών της ΕΥΠ, στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (ΔΕΑ), που παρακολουθήσαμε στο ακροατήριο τις προάλλες, ο εκπρόσωπος του Δημοσίου, ο Νομικός Σύμβουλος του Κράτους (ΝΣΚ) που όπως χαρακτηριστικά είπε, «είχε την τιμή να εκπροσωπεί εκτός από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και την ΕΥΠ», για πρώτη φορά, ομολόγησε-αποκάλυψε ενώπιον των Δικαστών του ΔΕΑ πως οι πραγματικοί λόγοι απομάκρυνσης των 78 στελεχών από την Υπηρεσία δεν ήταν τα όσα είχαν επικαλεστεί στη σχετική Τροπολογία Νόμου για στελέχωση και αναβάθμιση των δομών της ΕΛ.ΑΣ. με ικανά, αξιόλογα και έμπειρα στελέχη οι αρμόδιοι Υπουργοί στην Βουλή, εισηγούμενοι την Τροπολογία αλλά και όπως άλλωστε αναφέρει η Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου, αλλά ήσαν «λόγοι διαφορετικοί που αφορούν σε ευαίσθητα εθνικά θέματα και δεν δύναται να εξηγήσει» όπως ανέφερε ο ΝΣΚ… Αν είναι δυνατόν!!! Δηλαδή, ο ΝΣΚ με αυτά που είπε στο ακροατήριο κατά την παράστασή του, μας άφησε να καταλάβουμε, ότι οι αρμόδιοι Εισηγητές και η Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου σκοπό είχαν να παραπλανήσουν το Κοινοβούλιο ώστε να ψηφιστεί ο αντισυνταγματικός νόμος για να τιμωρηθούν και να εκδιωχθούν οι διαφωνούντες με τις έκνομες ενέργειες της Ιεραρχίας, έντιμοι υπάλληλοι της ΕΥΠ…
Επομένως, μετά και την προχθεσινή δικαστική εξέλιξη στο σκάνδαλο των υποκλοπών, προκύπτουν επίμονα ερωτήματα συνδυαστικά με τους ισχυρισμούς του ΝΣΚ για τους υπαλλήλους θύματα των υποκλοπών που θα πρέπει να απαντηθούν. Για ποια εθνικά ζητήματα μιλάμε; Γιατί, αν υπήρχαν επιβαρυντικά στοιχεία δεν οδηγήθηκαν οι υπεύθυνοι στη Δικαιοσύνη; Από πότε «εθνικά επικίνδυνα στελέχη» μετατάσσονται στην ΕΛ.ΑΣ.; Τι είναι η ΕΛ.ΑΣ.;;; Χωματερή ανεπιθύμητων υπαλλήλων του Δημόσιου Τομέα;;; Και κυρίως, αν υπήρξαν στοιχεία, με ποιο τρόπο και από ποιον τα απέκτησε η ΕΥΠ;
Ας τα δούμε πιο αναλυτικά…
Η πρωτόδικη Απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία οι τέσσερις κατηγορούμενοι για το σκάνδαλο των υποκλοπών κρίθηκαν ένοχοι, χωρίς να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους και χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικών, λειτουργεί ως μια ουσιαστική αποκατάσταση του κοινού περί δικαίου αισθήματος που είναι πληγωμένο από την στάση της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής αλλά και την στάση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Όχι μόνο επειδή κατέληξε σε μια αυστηρή ποινική κρίση, αλλά κυρίως επειδή έδωσε θεσμική συνέχεια στην υπόθεση, διατάσσοντας τη διαβίβαση της δικογραφίας για περαιτέρω διερεύνηση ποινικών ευθυνών, τόσο των καταδικασθέντων όσο και τρίτων προσώπων που ενδεχομένως συνδέονται με το ίδιο πλέγμα.
Η επιλογή του Δικαστηρίου να επιβάλει το ανώτατο εκτιτέο πλαίσιο για τον βαθμό αυτό και να χορηγήσει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση μέχρι τη δευτεροβάθμια κρίση στο Εφετείο, δείχνει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι η υπόθεση δεν αντιμετωπίστηκε ως μια «τεχνική παρατυπία» ή ως ένα επεισόδιο ιδιωτικής φύσης. Δεύτερον, ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε, στο μέτρο των αρμοδιοτήτων του, την ανάγκη να αναζητηθεί το πλήρες αποτύπωμα των πράξεων, δηλαδή να διερευνηθεί ποιος ωφελήθηκε, ποιος ενδεχομένως παρήγγειλε, ποιος διευκόλυνε, ποιος κάλυψε.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε, όπως καταγράφεται, η έντονη επισήμανση ότι τίθεται ζήτημα Κατασκοπείας ως πεδίο προς περαιτέρω διερεύνηση. Κι αυτό επειδή, πέρα από την επιχειρηματική και εταιρική διάσταση, υπήρξαν στοχοποιήσεις που αγγίζουν τον σκληρό πυρήνα των κρατικών λειτουργιών. Όταν στόχοι αναφέρονται ότι υπήρξαν πρόσωπα με θεσμικό ρόλο, στελέχη Κρατικών Δομών Άμυνας και Ασφάλειας, ακόμη και στελέχη Υπηρεσιών Πληροφοριών, τότε το ζήτημα παύει να αφορά μόνο την ιδιωτικότητα. Αφορά την ίδια την Ασφάλεια του Κράτους, την ακεραιότητα των Θεσμών και την προστασία κρίσιμων πληροφοριών.
Σε αυτό το σημείο ξεκινά μια πλευρά της υπόθεσης που συζητήθηκε λιγότερο όσο κρατούσε η δημόσια αντιπαράθεση για τις «νόμιμες επισυνδέσεις» και το παράνομο spyware. Είναι η πλευρά των ίδιων των ανθρώπων της ΕΥΠ που βρέθηκαν, σύμφωνα με όσα έχουν καταγραφεί, στο στόχαστρο. Όπως πλέον γνωρίζουμε ανάμεσα στους στοχοποιημένους υπήρξαν και στελέχη της Υπηρεσίας, με δύο εξ αυτών να έχουν προχωρήσει σε εγκλήσεις. Αν στελέχη της Υπηρεσίας Πληροφοριών αποτέλεσαν στόχους παράνομου λογισμικού υποκλοπών, τότε το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος τους παρακολούθησε. Είναι γιατί η ίδια η Υπηρεσία δεν κινητοποιήθηκε με τρόπο που να πείθει ότι θέλει να προστατεύσει την επιχειρησιακή της ακεραιότητα και να εντοπίσει τους δράστες και τους εντολείς.
Το πιο ανησυχητικό, όπως προκύπτει από τα πραγματολογικά στοιχεία που τίθενται στον δημόσιο διάλογο, είναι ότι αντί να λειτουργήσει αντανακλαστικό προστασίας και εσωτερικής διερεύνησης, υπήρξαν κινήσεις απομάκρυνσης και «καθαίρεσης» ανθρώπων που θεωρήθηκαν ανεπιθύμητοι λόγω των αντιδράσεών τους σε έκνομες ενέργειες της Ιεραρχίας. Εδώ εντάσσεται το ζήτημα των 78 μεταταγέντων στελεχών της ΕΥΠ, οι οποίοι, κατά τις σχετικές καταγγελίες, μετατάχθηκαν ακουσίως στην Ελληνική Αστυνομία με συνοπτικές διαδικασίες, που το ΔΕΑ τις έκρινε αντισυνταγματικές. Ανάμεσα σε αυτούς, αναφέρεται ότι περιλαμβάνονταν και δύο υπάλληλοι οι οποίες ήταν ταυτόχρονα στόχοι του λογισμικού υποκλοπών. Αυτή η σύμπτωση, ακόμη κι αν κάποιος θέλει να την αντιμετωπίσει με επιφύλαξη, δεν μπορεί να προσπεραστεί ως αδιάφορη. Δεν είναι διοικητικό τεχνικό θέμα. Είναι ζήτημα θεσμικής κουλτούρας και εσωτερικής λειτουργίας μιας Υπηρεσίας που οφείλει να λειτουργεί με αυστηρή ιεραρχία, αλλά και με κανόνες προστασίας νομιμότητας.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό και γι’ αυτό ενοχλητικό. Αν στελέχη της ΕΥΠ ήταν θύματα παράνομων παρακολουθήσεων, γιατί δεν ενεργοποιήθηκαν μηχανισμοί εσωτερικής ασφάλειας και αντιακατασκοπικής/αντιπληροφοριακής διερεύνησης με την απαιτούμενη ένταση; Γιατί δεν υπήρξε, τουλάχιστον εκ των υστέρων, σαφής και θεσμικά πειστική διαδικασία εντοπισμού των υπαιτίων, ή έστω πλήρης διοικητική και πειθαρχική αποτίμηση των κινδύνων; Και γιατί, αντί να προστατευθούν, βρέθηκαν άνθρωποι να μετακινούνται εκτός Υπηρεσίας ως «ανεπιθύμητοι» επειδή διαφωνούσαν με έκνομες εντολές της Ιεραρχίας της Υπηρεσίας;
Η υπόθεση των Μετατάξεων αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος από όσα, ειπώθηκαν στη συζήτηση των αιτήσεων ακύρωσης των προσφευγόντων υπαλλήλων στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Εκεί, ο εκπρόσωπος του Δημοσίου, Νομικός Σύμβουλος του Κράτους, επικαλέστηκε ότι οι πραγματικοί λόγοι απομάκρυνσης των στελεχών της ΕΥΠ «λόγοι που αφορούν ευαίσθητα εθνικά θέματα» τα οποία δεν δύναται να εξηγήσει στο Δικαστήριο, άρα δεν είναι εκείνοι που είχαν παρουσιαστεί δημοσίως και κοινοβουλευτικά ως σκοπός της ρύθμισης. Αυτή η επίκληση, είναι από μόνη της ένα θεσμικό αδιέξοδο. Διότι η Πολιτεία δεν μπορεί να στηρίζει διοικητικές πράξεις που επηρεάζουν θεμελιώδη δικαιώματα και υπηρεσιακή ζωή δεκάδων ανθρώπων σε αιτιολογίες που δεν εξηγούνται και δεν ελέγχονται σε ένα Δικαστήριο.
Από εδώ γεννιούνται τρία επίπεδα ερωτημάτων, στα οποία δεν απαντά καμία γενική επίκληση του «εθνικού». Πρώτον, αν υπήρχαν πραγματικά επιβαρυντικά στοιχεία που να σχετίζονται με ευαίσθητα εθνικά ζητήματα, γιατί δεν ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, πειθαρχικές ή ποινικές, ώστε να κριθούν οι υποτιθέμενες ευθύνες με τρόπο δίκαιο, διαφανή και ελέγξιμο; Δεύτερον, με ποιον τρόπο και από ποιον αποκτήθηκαν αυτά τα στοιχεία. Διότι αν το Κράτος επικαλείται «εθνικά» δεδομένα για να μετακινήσει ανθρώπους, οφείλει να τεκμηριώνει ότι αυτά τα δεδομένα αποκτήθηκαν νόμιμα, και όχι ως προϊόν εσωτερικών στοχοποιήσεων ή παράλληλων μηχανισμών. Τρίτον, αν κάποιοι θεωρούνται «εθνικά επικίνδυνοι», πώς είναι δυνατόν η λύση να είναι η μετάταξή τους σε άλλη κρίσιμη δομή Ασφαλείας. Η Ελληνική Αστυνομία δεν είναι χώρος απόθεσης υπηρεσιακών προβλημάτων, ούτε μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «χώρος εκτόνωσης» εσωτερικών συγκρούσεων άλλων Υπηρεσιών.
Η συγκυρία μετά την απόφαση για το Predator κάνει αυτά τα ερωτήματα ακόμη πιο επείγοντα. Διότι πλέον η δικαστική κρίση δεν αφορά μόνο το αν συνέβη παράνομη παρακολούθηση. Αφορά και το αν θα αναζητηθούν εντολείς, συνεργοί και ευρύτερες ευθύνες. Αν σε αυτό το σκηνικό προσθέσουμε ότι ορισμένοι στόχοι της παρακολούθησης ήταν στελέχη της ΕΥΠ και ότι ορισμένοι από αυτούς βρέθηκαν αργότερα εκτός Υπηρεσίας, τότε το θέμα παύει να είναι απλώς «διοικητικό». Γίνεται κεντρικό ερώτημα λογοδοσίας… προστατεύτηκε το θεσμικό συμφέρον της Υπηρεσίας ή υπερίσχυσε μια λογική πειθαναγκασμού, σιωπής και απομάκρυνσης των διαφωνούντων;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η πολιτική αιχμή που δεν μπορεί να αποφεύγεται. Η ΕΥΠ δεν είναι ένας κοινός δημόσιος φορέας. Διαχειρίζεται πληροφορία και ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι η Διοίκησή της έχει διπλή υποχρέωση. Να προστατεύει την Εθνική Ασφάλεια, αλλά και να προστατεύει το Κράτος Δικαίου. Όταν, λοιπόν, εμφανίζεται ότι επιχειρησιακοί υπάλληλοι στοχοποιούνται από παράνομο λογισμικό και στη συνέχεια μετακινούνται εκτός Υπηρεσίας με συνοπτικές διαδικασίες, η σιωπή δεν εκλαμβάνεται ως ουδετερότητα. Εκλαμβάνεται ως πιθανή συγκάλυψη ή ως παραδοχή αποτυχίας ελέγχου.
Το ερώτημα «ποιοι από την ΕΥΠ συνεργάστηκαν» ή «ποιοι διευκόλυναν» δεν είναι κατηγορία. Είναι υποχρέωση διερεύνησης. Και η τελευταία απόφαση έχει ακριβώς αυτή τη σημασία. Δεν επιτρέπει πλέον να κρυφτεί η αλήθεια πίσω από εταιρικά σχήματα, ούτε πίσω από γενικές επίκλησεις. Αν η υπόθεση περιοριστεί σε τέσσερις καταδικασθέντες και σε μια διοικητική εκκαθάριση 78 υπαλλήλων, τότε η κοινωνία θα μείνει με το χειρότερο δυνατό μήνυμα. Ότι το σύστημα έχει τρόπο να τιμωρεί τους «τεχνικούς κρίκους» και να απομακρύνει τους ενοχλητικούς, χωρίς να αγγίζει ποτέ τους πραγματικούς χρήστες της ισχύος.
Σήμερα, μετά την πρωτόδικη ετυμηγορία και την εντολή για περαιτέρω έρευνα, η Πολιτεία έχει μια επιλογή. Είτε θα αντιμετωπίσει την υπόθεση ως ευκαιρία θεσμικής κάθαρσης, με πλήρη έλεγχο όλων των διαδρομών, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών διοικητικών χειρισμών της ΕΥΠ, είτε θα επιτρέψει να περάσει το επόμενο διάστημα με λογική φθοράς και κόπωσης μέχρι να «σβήσει» ο θόρυβος. Η δεύτερη επιλογή θα έχει κόστος μεγαλύτερο από οποιαδήποτε πολιτική φθορά. Θα έχει κόστος εμπιστοσύνης και ασφάλειας. Διότι, σε μια υπόθεση υποκλοπών/παρακολουθήσεων, το Κράτος δεν κρίνεται μόνο από το αν τιμωρεί κάποια πρόσωπα. Κρίνεται από το αν μπορεί να προστατεύσει τους θεσμούς του, τους ανθρώπους του και το ίδιο του το απόρρητο, χωρίς να μετατρέπει το «εθνικό συμφέρον» σε κλειδί που κλειδώνει κάθε έλεγχο.
Πηγή: fantomas.gr






