Ο Βρετανός πρωθυπουργός, Κιρ Στάρμερ, όπως έγινε γνωστό τη Δευτέρα (16/2), έδωσε εντολή στο Γραφείο του Υπουργικού Συμβουλίου στο Λονδίνο να ερευνήσει τον υφυπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Τζος Σάιμονς. Η απόφαση ελήφθη έπειτα από σοβαρές καταγγελίες. Οι ισχυρισμοί αναφέρουν ότι η οργάνωση Labour Together, της οποίας ο Τζος Σάιμονς ηγείτο στο παρελθόν, παρήγγειλε έκθεση που ερευνούσε το υπόβαθρο ενός δημοσιογράφου.
Ο Τζος Σάιμονς υπεραμύνθηκε της θέσης του και ανέφερε ότι η APCO Worldwide «πήγε παραπέρα» από αυτό που της είχε ζητηθεί, καθώς συμπεριέλαβε στο πόρισμά της «περιττές πληροφορίες».
Από την πλευρά τους, τα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιδρούν έντονα και ζητούν ο Τζος Σάιμονς να παραιτηθεί από τα καθήκοντά του, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η έρευνα του Γραφείου του Υπουργικού Συμβουλίου.
Ο πρόεδρος του Συντηρητικού Κόμματος, Κέβιν Χόλινρεϊκ, ζήτησε άμεσες απαντήσεις και δήλωσε ότι το Εργατικό Κόμμα πρέπει, επίσης, «να ερευνήσει και να επανεξετάσει τη συνεχιζόμενη σχέση του με τη Labour Together υπό το πρίσμα αυτών των πολύ σοβαρών κατηγοριών».
Η Ομάδα Δεοντολογίας και Ηθικής της Κυβέρνησης αναμένεται να αναλάβει την ευθύνη για την έρευνα του Γραφείου του Υπουργικού Συμβουλίου και έτσι θα εξετάσει αποκλειστικά τις ενέργειες του Τζος Σάιμονς, αντί να ερευνήσει συνολικά τη λειτουργία της Labour Together.
Ο Κιρ Στάρμερ και η έρευνα για τους δημοσιογράφους
Ανακοινώνοντας την έρευνα, ο Κιρ Στάρμερ προσπάθησε να κρατήσει αποστάσεις, αφού δήλωσε ότι «δεν γνώριζε τίποτα» για την έκθεση της APCO Worldwide και πρόσθεσε χαρακτηριστικά: «Πρέπει οπωσδήποτε να διερευνηθεί».
Ο Τζος Σάιμονς υποστήριξε ότι βρέθηκε προ εκπλήξεως, δηλώνοντας ότι ήταν «έκπληκτος και σοκαρισμένος όταν διάβασε ότι η έκθεση επεκτάθηκε πέραν της σύμβασης, περιλαμβάνοντας περιττές πληροφορίες για τον Γκάμπριελ Πόγκρουντ [σ.σ. δημοσιογράφο των Sunday Times]». Ακόμα, ο ίδιος τόνισε ότι είχε ζητήσει «να αφαιρεθούν αυτές οι πληροφορίες» πριν παραδώσει την έκθεση στην Υπηρεσία Πληροφοριών και Κυβερνοασφάλειας GCHQ.
Στις αρχές του μήνα κυκλοφόρησαν οι πρώτες αναφορές ότι η Labour Together είχε προσλάβει την APCO Worldwide για να εξετάσει δημοσιογραφικές πηγές. Ο Τζος Σάιμονς, τότε, είχε χαρακτηρίσει τους ισχυρισμούς ως «ανοησίες» και ρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ήθελε να ερευνήσει δημοσιογράφους. Επίσης, δήλωσε ότι είχε ζητήσει από την APCO Worldwide να «ερευνήσει μια ύποπτη παράνομη πειρατεία, η οποία δεν είχε καμία σχέση με Βρετανούς δημοσιογράφους στους Sunday Times, στον Guardian ή σε οποιαδήποτε άλλη εξαιρετική βρετανική εφημερίδα».
Το BBC δεν έχει λάβει γνώση ολόκληρης της έκθεσης της APCO Worldwide. Ωστόσο, πηγές με άμεση γνώση του περιεχομένου έχουν επιβεβαιώσει πλήρως τις λεπτομέρειες. Αυτές οι πληροφορίες ήρθαν στο φως αρχικά από το ρεπορτάζ των Sunday Times. Επίσης, σύμφωνα με πηγές στο BBC, η έκθεση της αμερικανικής εταιρείας δημοσίων σχέσεων περιελάμβανε προσωπικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, ανέφερε πληροφορίες για τις εβραϊκές πεποιθήσεις του δημοσιογράφου Γκάμπριελ Πόγκρουντ, καθώς και ισχυρισμούς για την ιδεολογική του τοποθέτηση.
Επιπλέον, οι πηγές ανέφεραν ότι η έκθεση προχώρησε και σε άλλα συμπεράσματα. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι προηγούμενα ρεπορτάζ του Γκάμπριελ Πόγκρουντ, συμπεριλαμβανομένων αυτών για τη βασιλική οικογένεια, «θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποσταθεροποιητικά για το Ηνωμένο Βασίλειο και, επίσης, προς το συμφέρον των στρατηγικών στόχων εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας». Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η έκθεση συντάχθηκε από έναν πρώην υπάλληλο των Sunday Times. Πλέον, το συγκεκριμένο πρόσωπο εργάζεται για την εταιρεία APCO Worldwide.
Σε σύμβαση που απευθύνεται στον Τζος Σάιμονς και την οποία είδε το BBC, η APCO Worldwide συμφώνησε να ερευνήσει «τις πηγές, τη χρηματοδότηση και την προέλευση» του ρεπορτάζ των Sunday Times. Παράλληλα, συμφώνησε να ερευνήσει τον δημοσιογράφο, τον Πολ Χόλντεν και τον Ματ Τάιμπι, έναν Αμερικανό ρεπόρτερ.
Ηχηρές αντιδράσεις και κριτική από τα μέσα ενημέρωσης
Επισημαίνεται ότι η Άλισον Φίλιπς είναι η διευθύνουσα σύμβουλος της Labour Together και ανέλαβε τα καθήκοντά της αφού η έκθεση της APCO είχε ήδη παραγγελθεί και παραδοθεί. Η ίδια δήλωσε: «Δεσμεύομαι να διασφαλίσω ότι η Labour Together φιλοδοξεί να τηρεί τα υψηλότερα πρότυπα εντιμότητας ανά πάσα στιγμή».
Στη συνέχεια, ξεκαθάρισε τη στάση της οργάνωσης. «Είμαστε έτοιμοι να υποστηρίξουμε την PRCA [και άλλους σχετικούς φορείς διακυβέρνησης] στην αναθεώρηση αυτού του ζητήματος», ανέφερε η ίδια χαρακτηριστικά. Παράλληλα, η Άλισον Φίλιπς έστειλε ένα e-mail προς όλο το προσωπικό της οργάνωσης, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του BBC, και στο οποίο έγραψε: «Οι ισχυρισμοί των τελευταίων ημερών ήταν σοκαριστικοί στην ανάγνωσή τους και γνωρίζω ότι ήταν βαθιά ανησυχητικοί για πολλούς από εσάς».
Η διευθύνουσα σύμβουλος εξέφρασε την προσωπική της απογοήτευση, τονίζοντας: «Ως πρώην δημοσιογράφος και συντάκτρια, δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι τρομοκρατήθηκα που οι ερευνητές που προσέλαβε η Labour Together, εξέτασαν το υπόβαθρο και τις πηγές των ρεπόρτερ, ακόμη και αν με διαβεβαιώνουν ότι δεν ήταν αυτή η πρόθεση».
Από την πλευρά του, ο διευθυντής των Sunday Times, Μπεν Τέιλορ, πήρε αυστηρή θέση και δήλωσε ότι οι «δικαιολογίες» όσων βρίσκονται στην κορυφή της Labour Together, «δεν πείθουν». Μιλώντας στο BBC Radio 4, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση, υποστηρίζοντας: «Όταν ήρθε η έκθεση, οι άνθρωποι της Labour Together, ορισμένοι από τους οποίους βρίσκονται τώρα στο Υπουργικό Συμβούλιο, ήταν αρκετά χαρούμενοι να μιλούν για τα συμπεράσματά της ευρέως στο Γουέστμινστερ, ισχυρισμοί ότι οι Sunday Times χρησιμοποιούνταν από το ρωσικό κράτος για να δημοσιεύουν δυσάρεστες ιστορίες για τους Εργατικούς και ειλικρινά να ρίχνουν αμφιβολίες στον τίτλο και τους ρεπόρτερ τους».
Πιέσεις για ανεξάρτητη έρευνα και παραιτήσεις
Βέβαια, πριν ανακοινωθεί επίσημα η έρευνα, ο βουλευτής των Εργατικών, Τζον ΜακΝτόνελ, αποκάλυψε ότι είχε γράψει στο κόμμα τέσσερις φορές για το θέμα. Είχε προηγηθεί η προσέγγισή του από την ομάδα Democracy for Sale, η οποία έφερε στο φως την ιστορία κατά τον περασμένο Φεβρουάριο. Ο Τζον ΜακΝτόνελ, μιλώντας στο BBC Radio 4, ανέφερε ότι θεωρεί πως πρόκειται για «σοβαρές καταγγελίες» και ότι «το Εργατικό Κόμμα πρέπει να επιληφθεί του θέματος».
Ακόμα, ο ίδιος αποκάλυψε την απάντηση που έλαβε και είπε ότι η επιστολή από τον γενικό γραμματέα του κόμματος ανέφερε πως η Labour Together δεν είναι οργάνωση των Εργατικών, για τον λόγο αυτόν, τον παρέπεμψε στο τμήμα παραπόνων για μεμονωμένα μέλη του κόμματος. Ο βουλευτής δεν έμεινε ικανοποιημένος από αυτή την εξέλιξη. «Είπα ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στη σοβαρότητα αυτής της υπόθεσης», πρόσθεσε.
Ένας άλλος βουλευτής των Εργατικών, ο Ρίτσαρντ Μπέργκον, τάχθηκε κατά της εσωτερικής διαδικασίας και δήλωσε ότι το Γραφείο του Υπουργικού Συμβουλίου δεν θα έπρεπε να ερευνά έναν υπουργό του ίδιου γραφείου. Ζήτησε, μάλιστα, άμεσα «μια ανεξάρτητη έρευνα».
Η εκπρόσωπος των Φιλελεύθερων Δημοκρατών για το Γραφείο του Υπουργικού Συμβουλίου, Λίζα Σμαρτ, ζήτησε προσωρινή απομάκρυνση και ανέφερε ότι ο Τζος Σάιμονς πρέπει να «αποχωρήσει προσωρινά» όσο διεξάγεται η κυβερνητική έρευνα. «Φαίνεται ότι η ομάδα που πιστώνεται την άνοδο των Εργατικών στην κυβέρνηση, έχει πραγματοποιήσει μια εξωφρενική επίθεση στον ανεξάρτητο ελεύθερο Τύπο μας», πρόσθεσε η ίδια.
Ο αναπληρωτής ηγέτης του Εθνικού Κόμματος της Σκωτίας (SNP) στο Γουέστμινστερ, Πιτ Γουίσαρτ, άσκησε σκληρή κριτική. και ανέφερε ότι η έρευνα από το Γραφείο του Υπουργικού Συμβουλίου ισοδυναμεί με το ότι «η κυβέρνηση των Εργατικών προσπαθεί να βαθμολογήσει την ίδια της την εργασία». Ζήτησε να συγκροτηθεί άμεσα μια διακομματική κοινοβουλευτική έρευνα. Το κόμμα του SNP προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και κάλεσε επίσημα τον Κιρ Στάρμερ να απολύσει τον Τζος Σάιμονς από τη θέση του υπουργού του Γραφείου του Υπουργικού Συμβουλίου.






