Νέα στοιχεία για τη δράση οργανωμένων κυκλωμάτων οικονομικού εγκλήματος που δραστηριοποιούνταν στον χώρο της εστίασης και της διασκέδασης έδωσε στη δημοσιότητα η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων. Η πολυσέλιδη παρουσίαση αφορά την επιχειρησιακή δράση με την κωδική ονομασία «Αχυράνθρωποι», μέσα από την οποία αποκαλύφθηκαν τρία διακριτά δίκτυα εταιρειών με συνολικές οφειλές που ξεπερνούν τα 24 εκατομμύρια ευρώ σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.
Η έρευνα ξεκίνησε από συντονισμένους ελέγχους μεικτών κλιμακίων στην Αττική, με στόχο επιχειρήσεις εστίασης και διασκέδασης. Οι έλεγχοι επικεντρώθηκαν στην τήρηση της εργατικής νομοθεσίας, στη νομιμότητα διακίνησης αλκοολούχων ποτών και στην ορθή καταχώριση στοιχείων στο Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων. Στο πλαίσιο αυτό προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι αλυσίδες καταστημάτων λειτουργούσαν όχι υπό ένα ενιαίο νομικό πρόσωπο, αλλά μέσω πολλαπλών εταιρικών σχημάτων, γεγονός που δυσχέραινε τον εντοπισμό της πραγματικής διοίκησης και των ουσιαστικών δικαιούχων.
Σε αρκετές περιπτώσεις ως νόμιμοι εκπρόσωποι εμφανίζονταν πρόσωπα που δεν μπορούσαν να εντοπιστούν στα μητρώα της φορολογικής διοίκησης, ενώ εργαζόμενοι κατέθεσαν ότι αγνοούσαν τον πραγματικό ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Όπως προέκυψε, οι οδηγίες δίνονταν τηλεφωνικά από άγνωστα πρόσωπα και οι ημερήσιες εισπράξεις παραδίδονταν σε τρίτους, κατόπιν σχετικών υποδείξεων.
Καθοριστικό ρόλο στην αποκάλυψη της υπόθεσης διαδραμάτισε η εφαρμογή νέας μεθοδολογίας ανάλυσης δεδομένων. Η ΑΑΔΕ αξιοποίησε τεχνολογικά εργαλεία που επέτρεψαν τη μετατροπή μεγάλου όγκου διοικητικών πληροφοριών σε δομημένο δίκτυο συσχετίσεων. Η διαδικασία περιλάμβανε τη χαρτογράφηση των δεδομένων, τον εντοπισμό δυαδικών σχέσεων μεταξύ προσώπων και εταιρειών και τη χρήση του δείκτη ομοιότητας Jaccard, ώστε να μετρηθεί η επικάλυψη εταιρικής δραστηριότητας μεταξύ εμπλεκομένων. Με αυτόν τον τρόπο κατέστη δυνατή η οπτικοποίηση συστάδων και η ιεράρχηση ελέγχων με στοχευμένο τρόπο.
Η ανάλυση εφαρμόστηκε σε 380 νομικά πρόσωπα, ενεργά και μη, από τα οποία αναδείχθηκαν 205 φυσικά πρόσωπα με ρόλους ιδιοκτήτη, μετόχου, εταίρου ή διαχειριστή. Μέσα από την αποτύπωση των κοινών συμμετοχών και την ποσοτική αξιολόγηση των σχέσεων προέκυψαν σταθερά πρότυπα συνεργασίας, τα οποία δεν μπορούσαν να θεωρηθούν τυχαία.
Το μοντέλο δράσης των κυκλωμάτων ακολουθούσε συγκεκριμένη πρακτική. Αρχικά δημιουργούνταν εταιρείες που συσσώρευαν σημαντικές οφειλές προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ. Στη συνέχεια, οι επιχειρήσεις αυτές αδρανοποιούνταν ή σταματούσαν ουσιαστικά να λειτουργούν χωρίς σαφή τυπική διακοπή εργασιών. Η δραστηριότητα μεταφερόταν σε νέο νομικό πρόσωπο, συχνά με παρόμοιο αντικείμενο και στην ίδια ή σε γειτονική διεύθυνση, επιτρέποντας στους πραγματικούς δικαιούχους να συνεχίζουν τη λειτουργία τους, αφήνοντας πίσω εταιρείες-«κελύφη» με υψηλά χρέη.
Από τη δικτυακή ανάλυση προέκυψαν τρία βασικά κυκλώματα. Το μεγαλύτερο περιλάμβανε 87 εταιρείες με οφειλές άνω των 17,5 εκατομμυρίων ευρώ σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Το δεύτερο δίκτυο εκτεινόταν σε 61 εταιρείες με συνολικές οφειλές περίπου 3,6 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ το τρίτο, μικρότερο, αφορούσε 45 εταιρείες με χρέη που ξεπερνούσαν τα 3,4 εκατομμύρια ευρώ.
Η ΑΑΔΕ επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη μεθοδολογία είναι πλέον αναπαραγώγιμη και μπορεί να αξιοποιηθεί σε μελλοντικές υποθέσεις με πολύπλοκα εταιρικά σχήματα, πολλαπλούς ρόλους και διαδοχικές μεταβολές, ενισχύοντας ουσιαστικά τη δυνατότητα εντοπισμού και αποδόμησης οργανωμένων σχημάτων οικονομικής απάτης.






