ΑΝΤΙ ΝΑ ΤΟΝ ΣΤΕΙΛΕΙ ΣΤΟ ΔΙ@ΟΛΟ, ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΓΙΑ… ΤΣΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ! Ο ΕΡΝΤΟΓΑΝ «ΓΚΡΙΖΑΡΕΙ» ΞΑΝΑ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΛΙΓΕΣ ΩΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΜΕΙΟΔΟΤΙΚΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥΔΑΚΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ

Κοινοποίηση:
875_bb61ca62-ed24-43b1-bd08-fd450eb1fada-1024x690

Η νέα κλιμάκωση της τουρκικής προκλητικότητας στο Αιγαίο, λίγες μόλις ώρες πριν από τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καταρρίπτει για ακόμη μία φορά το αφήγημα των «ήρεμων νερών» που εδώ και μήνες προβάλλει η κυβέρνηση. Η Άγκυρα, μεθοδικά και χωρίς περιστροφές, επαναφέρει την αναθεωρητική της στρατηγική, αμφισβητώντας ευθέως κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, την ώρα που η Αθήνα εμφανίζεται να επενδύει σχεδόν μονομερώς σε μια πολιτική κατευνασμού.

Αφορμή για τη νέα ένταση στάθηκε η ελληνική διακλαδική στρατιωτική άσκηση «Τρίαινα», μια απολύτως νόμιμη δραστηριότητα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των διεθνών κανονισμών. Η Ελλάδα, μέσω των αρμόδιων αρχών της, προχώρησε στις προβλεπόμενες δεσμεύσεις θαλάσσιων και εναέριων περιοχών μεταξύ Χίου, Σάμου και Ικαρίας, εφαρμόζοντας τις διαδικασίες που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και τους κανονισμούς αεροναυτιλίας.

Η τουρκική αντίδραση, ωστόσο, δεν περιορίστηκε σε τεχνικές ενστάσεις. Με την έκδοση παράνομης αντι-NAVTEX, η Άγκυρα επιχείρησε να μετατρέψει μια στρατιωτική άσκηση ρουτίνας σε εργαλείο πολιτικής πίεσης, επαναφέροντας τις γνωστές θέσεις περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών και αμφισβητώντας ευθέως την ελληνική δικαιοδοσία σε περιοχές του Αιγαίου. Πρόκειται για μια κίνηση που εντάσσεται σε μια σταθερή στρατηγική δημιουργίας τετελεσμένων, μέσω της διαρκούς επανάληψης αμφισβητήσεων που επιχειρούν να παγιωθούν ως «διαφορές» προς διαπραγμάτευση.

Η ελληνική απάντηση περιορίστηκε σε θεσμικό επίπεδο, με την έκδοση νέας NOTAM που χαρακτήριζε τις τουρκικές ενέργειες άκυρες και ανυπόστατες. Η κυβέρνηση επέλεξε να απαντήσει με επίκληση διαδικασιών και διεθνούς δικαίου, αποφεύγοντας οποιαδήποτε πολιτική ή στρατηγική κλιμάκωση. Ωστόσο, η επιλογή αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο η σημερινή εξωτερική πολιτική αρκείται σε τυπικές διπλωματικές αντιδράσεις, την ώρα που η Τουρκία οικοδομεί ένα ολοένα πιο επιθετικό αφήγημα.

Η χρονική συγκυρία της τουρκικής πρόκλησης μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Η Άγκυρα στέλνει σαφές μήνυμα ισχύος λίγο πριν από την προγραμματισμένη συνάντηση κορυφής, επιχειρώντας να μεταφέρει στο τραπέζι του διαλόγου μια ατζέντα που βασίζεται σε αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων. Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία εμφανίζεται να διαπραγματεύεται από θέση πίεσης, ενώ η ελληνική πλευρά κινδυνεύει να εμφανιστεί ως πρόθυμη να συζητήσει ζητήματα που η ίδια θεωρεί νομικά ανύπαρκτα.

Η επιμονή της κυβέρνησης να προβάλλει την εικόνα της «ήρεμης συνεννόησης» δημιουργεί την εντύπωση μιας πολιτικής που αγνοεί τη διαχρονική συμπεριφορά της τουρκικής ηγεσίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται να επενδύει πολιτικά σε μια στρατηγική προσέγγισης που μέχρι στιγμής δεν έχει αποδώσει χειροπιαστά αποτελέσματα, ενώ παράλληλα ενισχύει την τουρκική ρητορική περί «διαφορών» στο Αιγαίο.

Η πραγματικότητα δείχνει ότι κάθε περίοδος διπλωματικής προσέγγισης συνοδεύεται από νέες τουρκικές διεκδικήσεις. Αντί η ελληνική κυβέρνηση να επιδιώξει τη διαμόρφωση μιας σταθερής αποτρεπτικής στρατηγικής, εμφανίζεται να ακολουθεί μια πολιτική που δίνει προτεραιότητα στη διατήρηση ενός εύθραυστου κλίματος διαλόγου, ακόμη και όταν αυτό υπονομεύεται από την ίδια την Άγκυρα.

Το κρίσιμο ζήτημα που τίθεται πλέον δεν είναι μόνο διπλωματικό αλλά βαθιά πολιτικό. Η ελληνική εξωτερική πολιτική καλείται να απαντήσει αν ο διάλογος μπορεί να διεξάγεται όταν η μία πλευρά επιχειρεί συστηματικά να δημιουργήσει τετελεσμένα και να μετατρέψει κυριαρχικά δικαιώματα σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η επιμονή σε συναντήσεις υψηλού επιπέδου, υπό συνθήκες έντονης προκλητικότητας, κινδυνεύει να εκληφθεί ως ένδειξη αδυναμίας ή πολιτικής υποχώρησης.

Το επεισόδιο αυτό επιβεβαιώνει ότι το Αιγαίο παραμένει πεδίο στρατηγικής αντιπαράθεσης και όχι χώρος εύκολης διπλωματικής εξομάλυνσης. Η Τουρκία συνεχίζει να εργαλειοποιεί κάθε ευκαιρία για να προωθήσει τις αναθεωρητικές της επιδιώξεις, ενώ η ελληνική κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι διαθέτει σαφή στρατηγική πέρα από τη διαχείριση της επικοινωνιακής εικόνας.

Οι επόμενες κινήσεις της Αθήνας θα καθορίσουν αν η χώρα θα συνεχίσει να πορεύεται με μια πολιτική που βασίζεται στη διατήρηση της ηρεμίας ως αυτοσκοπό ή αν θα υιοθετήσει μια πιο σταθερή και αποφασιστική γραμμή υπεράσπισης των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, απέναντι σε έναν γείτονα που αποδεικνύει διαρκώς ότι αντιλαμβάνεται τον διάλογο ως πεδίο πίεσης και όχι ως ειλικρινή προσπάθεια συνεννόησης.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

Leave a Response