Κλίμα ανακούφισης επικράτησε την Πέμπτη στις διεθνείς αγορές, καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απέκλεισε τη χρήση βίας για την απόκτηση της Γροιλανδίας και απέσυρε τις απειλές για την επιβολή νέων δασμών σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες. Η αλλαγή τόνου από την Ουάσινγκτον έδωσε ώθηση στις μετοχές, περιόρισε τη μεταβλητότητα και οδήγησε σε υποχώρηση τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων.
Ο πανευρωπαϊκός δείκτης σημείωσε άνοδο άνω του 1% στις πρωινές συναλλαγές, ανακτώντας μέρος των απωλειών που είχαν καταγραφεί μετά την αναζωπύρωση των ανησυχιών για εμπορικό πόλεμο. Η θετική αντίδραση είχε ξεκινήσει ήδη από τη Wall Street, η οποία κατέγραψε την καλύτερη συνεδρίαση των τελευταίων δύο μηνών.
Μιλώντας στο Νταβός, ο Τραμπ τόνισε ότι «δεν χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί βία» για τη Γροιλανδία, ενώ αργότερα ανέφερε ότι οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ διαθέτουν πλαίσιο συζήτησης για συμφωνία, ξεκαθαρίζοντας πως δεν θα επιβληθούν από την 1η Φεβρουαρίου οι δασμοί 10% που είχαν προαναγγελθεί. Οι δηλώσεις αυτές περιόρισαν την ένταση και στις αγορές συναλλάγματος, με το δολάριο να σταθεροποιείται και το ευρώ να κινείται εκ νέου προς τα 1,17 δολάρια.
Ο δείκτης μεταβλητότητας υποχώρησε αισθητά, ενώ τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα προσέλκυσαν αγοραστικό ενδιαφέρον μετά το πρόσφατο κύμα πωλήσεων. Στην Ευρώπη, οι αποδόσεις των γερμανικών δεκαετών τίτλων κινήθηκαν οριακά χαμηλότερα, ενώ στην Ιαπωνία καταγράφηκε ήπια αποκλιμάκωση, εν μέσω ανησυχιών για τα δημόσια οικονομικά και τις πολιτικές εξελίξεις.
Η βελτίωση του κλίματος αποτυπώθηκε και στην Ασία, με τις μετοχές να ενισχύονται και την αγορά της Νότιας Κορέας να καταγράφει ιστορικά επίπεδα. Στον αντίποδα, ο χρυσός υποχώρησε από τα πρόσφατα υψηλά ρεκόρ, αν και αναλυτές επισημαίνουν ότι οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί, διατηρώντας θέσεις ασφαλείας.
Παράλληλα, θετική ήταν η αντίδραση και στα ουκρανικά ομόλογα, μετά τις δηλώσεις Αμερικανού απεσταλμένου για πρόοδο στις ειρηνευτικές συνομιλίες, ενόψει συνάντησης Τραμπ–Ζελένσκι στο περιθώριο του Νταβός.
Το ενδιαφέρον των αγορών στρέφεται πλέον στα επερχόμενα μακροοικονομικά στοιχεία των ΗΠΑ και στις προσδοκίες για μειώσεις επιτοκίων εντός του 2026, καθώς και στο ζήτημα της ανεξαρτησίας της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, το οποίο επανήλθε στο προσκήνιο μετά τις πρόσφατες παρεμβάσεις της αμερικανικής Δικαιοσύνης.





