Από τα F-16 Viper στα drones μάχης: Πώς η Τουρκία επιχειρεί να αμφισβητήσει την ελληνική αεροπορική υπεροχή

Κοινοποίηση:
Kizilelma-from-F-16__THK

Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, χάρη στον εκσυγχρονισμένο στόλο των F-16 Viper και την ένταξη των Rafale, διαθέτει σήμερα ένα σαφές ποιοτικό πλεονέκτημα έναντι της τουρκικής αεροπορίας, η οποία στηρίζεται σε έναν σε μεγάλο βαθμό γερασμένο στόλο. Η ελληνική αεροπορική υπεροχή θεωρείται ευρέως ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Άγκυρα δεν έχει προχωρήσει μέχρι στιγμής σε ανοιχτή επιθετική ενέργεια στο Αιγαίο.

Ωστόσο, η Τουρκία επιχειρεί συστηματικά να ανατρέψει το δυσμενές για εκείνη αεροπορικό ισοζύγιο, υλοποιώντας έναν πολυεπίπεδο σχεδιασμό που στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες, με συμπληρωματικές ενέργειες μακροπρόθεσμου χαρακτήρα.

1. Απόκτηση νέων μαχητικών και επαναφορά στο πρόγραμμα F-35

Ο πρώτος πυλώνας αφορά την ενίσχυση του στόλου επανδρωμένων μαχητικών. Η Άγκυρα επιδιώκει αφενός την απόκτηση Eurofighter Typhoon, τόσο νέας κατασκευής από το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και μεταχειρισμένων από χώρες όπως το Κατάρ και το Ομάν. Αφετέρου, καταβάλλει προσπάθειες για επανένταξη στο πρόγραμμα των F-35, από το οποίο είχε αποβληθεί λόγω της προμήθειας των ρωσικών S-400.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία στοχεύει αρχικά στην παραλαβή πέντε F-35 που έχουν ήδη κατασκευαστεί και παραμένουν δεσμευμένα στις ΗΠΑ, αεροσκάφη τα οποία έχει προπληρώσει πριν τον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα. Σε περίπτωση που αυτό το σενάριο υλοποιηθεί, η Τουρκική Πολεμική Αεροπορία, έχοντας ήδη εκπαιδεύσει πιλότους στις ΗΠΑ τα προηγούμενα χρόνια, θα μπορούσε να εντάξει τα αεροσκάφη αυτά σε επιχειρησιακή χρήση σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν ιδιαίτερα αρνητική για την ελληνική αεροπορική υπεροχή. Ακόμη και σε μικρούς αριθμούς, τα F-35, λόγω των χαρακτηριστικών χαμηλής παρατηρησιμότητας, μπορούν να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στην αεράμυνα, ανοίγοντας ασφαλείς διαδρόμους για την επακόλουθη δράση τουρκικών F-16 και μη επανδρωμένων συστημάτων.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ελλάδα οφείλει να έχει ήδη καταρτίσει σχέδιο άμεσης απόκτησης ισάριθμων F-35, είτε απευθείας από τις ΗΠΑ είτε μέσω τρίτης χώρας, όπως το Ισραήλ, και παράλληλα να επισπεύσει την εκπαίδευση Ελλήνων πιλότων.

Πέραν των άμεσων επιχειρησιακών πλεονεκτημάτων, η Τουρκία αντιμετωπίζει την πιθανή απόκτηση των F-35 και ως μέσο υπέρβασης των τεχνολογικών προβλημάτων που καθυστερούν το εγχώριο πρόγραμμα μαχητικού KAAN, κυρίως στον τομέα του κινητήρα.

2. Αναβάθμιση του μη επανδρωμένου μαχητικού Bayraktar KIZILELMA

Ο δεύτερος πυλώνας αφορά την ταχεία εξέλιξη των μη επανδρωμένων μαχητικών αεροσκαφών. Σύμφωνα με τουρκικές πηγές, η εταιρεία BAYKAR ανακοίνωσε πρόσφατα ότι το Bayraktar KIZILELMA ολοκλήρωσε επιτυχώς δοκιμαστική πτήση, επιτυγχάνοντας ταχύτητα πλεύσης Mach 0,8. Η επίδοση αυτή φέρνει το σύστημα πιο κοντά στα όρια απόδοσης μαχητικών τέταρτης γενιάς, σε σύγκριση με τα κλασικά drones κατηγορίας MALE.

Το KIZILELMA έχει σχεδιαστεί ως μονοκινητήριο, χαμηλής παρατηρησιμότητας, μη επανδρωμένο μαχητικό, ικανό να επιχειρεί και από ελαφρά αεροπλανοφόρα, όπως το TCG Anadolu. Διαθέτει εσωτερικά και εξωτερικά σημεία ανάρτησης για ωφέλιμο φορτίο έως περίπου 1,5 τόνου, ενώ το μέγιστο βάρος απογείωσης κυμαίνεται μεταξύ 6 και 8,5 τόνων, ανάλογα με τη διαμόρφωση.

Η αεροδυναμική διάταξη πτέρυγας δέλτα, οι κάθετες ουρές διπλής κλίσης και τα σύγχρονα συστήματα αισθητήρων –ραντάρ AESA, IRST και ηλεκτροοπτικά μέσα στόχευσης– παρέχουν δυνατότητες εμπλοκής πέραν της οπτικής εμβέλειας και υψηλό επίπεδο επίγνωσης κατάστασης. Ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ισχυρός πολλαπλασιαστής ισχύος για την τουρκική αεροπορία, υποστηρίζοντας τα F-16 και μελλοντικά τα KAAN.

3. Διαλειτουργικότητα επανδρωμένων και μη επανδρωμένων μέσων

Ο τρίτος πυλώνας εστιάζει στη διαλειτουργικότητα. Η Τουρκία επενδύει στη συνεργατική δράση επανδρωμένων μαχητικών (F-16, μελλοντικά Eurofighter, KAAN και ενδεχομένως F-35) με μη επανδρωμένα μαχητικά όπως το KIZILELMA και άλλα drones. Η ομαδική επιχειρησιακή δράση στον ίδιο χώρο και χρόνο μπορεί να αυξήσει δραστικά την αποτελεσματικότητα και να αμφισβητήσει σοβαρά την ελληνική αεροπορική υπεροχή σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα οφείλει να προχωρήσει σε αντίστοιχο σχεδιασμό, επενδύοντας τόσο σε τεχνολογίες συνεργασίας ανθρώπου–μηχανής όσο και σε σύγχρονα συστήματα διοίκησης και ελέγχου.

4. Απόκτηση και προσαρμογή κινεζικής τεχνογνωσίας μέσω Πακιστάν

Παράλληλα, η Άγκυρα αξιοποιεί τις στενές σχέσεις της με το Πακιστάν και, εμμέσως, με την Κίνα. Η αεροπορική συνεργασία Πεκίνου–Ισλαμαμπάντ παρέχει στην Τουρκία τη δυνατότητα μελέτης και προσαρμογής τεχνολογιών από κινεζικά μαχητικά όπως τα J-10C και τα παλαιότερα J-7, με σκοπό την ενσωμάτωσή τους στο πρόγραμμα KAAN.

Η ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας σε έναν ευρύτερο άξονα συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω αυτές τις δυνατότητες.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα καλείται να απαντήσει με στρατηγικό βάθος και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η περαιτέρω σύσφιξη της συνεργασίας με την Ινδία και η ενίσχυση της παρουσίας της ινδικής πολεμικής αεροπορίας και του πολεμικού ναυτικού σε μόνιμη βάση στο Αιγαίο θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ισχυρός γεωπολιτικός και αποτρεπτικός παράγοντας απέναντι στις εξελίξεις αυτές.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

Leave a Response