Ο Αντώνης Φυτούσης, πρόεδρος του χωριού. Ο Γιάννης Αποστολής, 81 ετών ιδιοκτήτης του ξυλόφουρνου με το πιο όμορφο ψωμί και τα πιο καλοψημένα παξιμάδια που έχεις φάει ποτέ. Η γυναίκα του η κυρία Δέσποινα, που ξέρει να υφαίνει τορβάδες στον όρθιο αργαλειό στην αυλή του φούρνου, από κατσικίσιο μαλλί που ξένει η ίδια.
Ο Νίκος Γεωργούλης ιδιοκτήτης της ταβέρνας «Μάκελος» στη σκιά ενός πλάτανου επτά – οκτώ αιώνων! Ο Αργύρης Ζαννίκος 23 και η Ειρήνη Κριτούλη 25 χρόνων που άνοιξαν το καφέ ζαχαροπλαστείο «Μίρτυλος» με δικά τους χειροποίητα γλυκά. Η Εύη Κατσώνη που εγκατέλειψε τον κόσμο των πολυεθνικών επιχειρήσεων στην Αθήνα και άνοιξε καφενείο! Κοντά της η Ματίνα Κιουράνη που τα παράτησε όλα και «πήρε τα βουνά». Αλλά και άλλοι…
Μια χούφτα άνθρωποι, που αγωνίζονται και όλα δείχνουν ότι τα καταφέρνουν, να ξαναζωντανέψουν το ερημοποιημένο χωριό Πιτυός στο ορεινό κέντρο της βόρειας Χίου. Μέλη της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης (ΚΟΙΝΣΕΠ) «Πιτυός Προορισμός» που δραστηριοποιούνται στο χωριό αυτό και αν οι στατιστικές δεν κάνουν λάθος, φαίνεται πως δείχνουν ένα δρόμο που μπορεί να λειτουργήσει ως υπόδειγμα καλής πρακτικής για πολλά άλλα χωριά της νησιωτικής και όχι μόνο Ελλάδας.
Τι λένε οι στατιστικές; Ότι το Πιτυός που στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, είχε 700 κατοίκους και σχολείο με 80 κοντά μαθητές, το 2010 είχε 76 κατοίκους. Το 2020 έπεσε τους 51 και ένα δυο χρόνια μετά είχε μόλις 36 κατοίκους.
Σήμερα το Πιτυός, με αυξημένο τον πληθυσμό του κατά 30% – αυτό λέει η στατιστική – με 48 κατοίκους και μέσο όρο ηλικίας χαμηλότερο απ’ ό,τι τα τελευταία 30 χρόνια αντικρίζει το μέλλον του με ελπίδες.
Πώς έγινε αυτό;
Σχεδιάζοντας και υλοποιώντας δράσεις που φέρνουν στο ξεχασμένο και απομονωμένο χωριό, επισκέπτες ντόπιους και ξένους.
Μιλούν οι πρωταγωνιστές
Ο πρόεδρος της ΚΟΙΝΣΕΠ Νίκος Γεωργούλης, λέει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «αποφασίσαμε να δουλέψουμε εξασφαλίζοντας τις επιχειρήσεις που φτιάξαμε στο Πιτυός, νέοι και παλαιότεροι, δημιουργώντας προϋποθέσεις βιωσιμότητας. Το περιβάλλον του χωριού, φυσικό και δομημένο, οι ιστορίες του, η τοπική του κουζίνα, αποτελούν στοιχεία που η διατήρησή τους μας επιτρέπουν να ελπίζουμε. Πως κοντά στις επιχειρήσεις μας θα έρθει και η ανάπτυξη του πληθυσμού».
Φωτογραφίες ΑΠΕ-ΜΠΕ/ ΣΤΡΑΤΗ ΜΠΛΑΣΚΑ
Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτές της Ειρήνης και του Αργύρη. «Η απελπισία μας έφερε στο Πιτυός λένε. Δεν θέλουμε, δεν επιδιώκουμε να θησαυρίσουμε. Κάνουμε απλά αυτό που θέλουμε. Φτιάχνουμε γλυκά, από τα γνωστά που βρίσκει κανείς παντού αλλά και ντόπιες γεύσεις, μυζηθροπιτάκια, ταμπορά κολοκύθας, ρυζόγαλα με μαστίχα και κατσικίσιο γάλα».
Απέναντι από το ζαχαροπλαστείο στέκει ο ξυλόφουρνος του μπάρμπα Γιάννη. «Το 1957 λέει, ψόφιος από την πείνα, έφυγα στα καράβια. Συντήρησα την οικογένειά μου με 800 δραχμές μισθό και σαν γύρισα στο Πιτυός κατάλαβα πως το χωριό πέθαινε. Εμπόροι και τοκογλύφοι είχαν διαλύσει την κτηνοτροφία. Έφυγα στην Αμερική, επέστρεψα και δούλεψα στη Χίο και το ‘98 – ‘99 είπα να έρθω να ανοίξω φούρνο στο Πιτυός. Διαμόρφωσα ένα ελαιοτριβείο του 1880 και άρχισα να βγάζω ψωμί και παξιμάδια. Κι όταν είπα πως μεγάλωσα και τα παρατάω, ήρθαν τα παιδιά και μου δώσαν ζωή οπότε και συνεχίζω».
Ζωή πήρε και η Εύη. Στα χρόνια της κρίσης έμεινε χωρίς δουλειά. Το παλιό οικογενειακό καφενείο φάντασε σαν λύση. Και πραγματικά ήταν. Καλός καφές, βότανα αλλά και φαγητό, τα παραδοσιακά «χειρίσια» που πάει να πει χειροποίητα μακαρόνια και γίδα κοκκινιστή, και πιττάκια. Κάθε μέρα και κάτι το διαφορετικό. «Πάντα με ντόπια προϊόντα» λέει, δηλώνοντας δικαιωμένη για την αλλαγή στη ζωή της.
Στόχος να μετατρέψουν το Πιτυός σε ένα ζωντανό βιωματικό χωριό
Στόχος της ΚΟΙΝΣΕΠ είναι να μετατρέψουν το Πιτυός σε ένα ζωντανό βιωματικό χωριό. Οι επισκέπτες να μην έρχονται να φάνε, να κοιμηθούν και να μην έχουν να κάνουν τίποτα την άλλη μέρα. Ο φούρνος να λειτουργεί σαν ένα εργαστήρι παραδοσιακής αρτοποιίας. Ο αργαλειός σαν εργαστήρι ύφανσής. Να μαθαίνουν οι επισκέπτες να φτιάχνουν παραδοσιακά φαγητά. Ακόμα και βιωματικά εργαστήρια να λειτουργήσουν καταγράφοντας τοπικούς χορούς και τραγούδια. Μάλιστα το πρώτο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση έγινε, μια και περπατώντας στο χωριό ακούς τοπικά παραδοσιακά τραγούδια σκανάροντας QR codes σε επιγραφές σε σπίτια.
Κοντά σε όλα αυτά ας μπει και το «γαϊδουροτόπι». Το πάρκο με γαϊδουράκια που φτιάχτηκε και όπου αναδεικνύεται «η ιστορία των φορτηγών της παλιάς εποχής».
Σε αυτή την κατεύθυνση, εντάσσεται και η διοργάνωση στα τέλη του Ιουλίου της γιορτής βουνού και κτηνοτροφίας με σκοπό να γνωρίσουν το χωριό και την προσπάθεια των ανθρώπων του, όσο το δυνατόν περισσότεροι.
Το Πιτυός έχει μια πολύ μεγάλη κτηνοτροφική παράδοση. Κάθε οικογένεια είχε εκατοντάδες κατσίκια. Το χειμώνα οι οικογένειες λόγω του κρύου καιρού στο χωριό, «κατέβαιναν» στα χειμαδιά. Σε καλύβες στα νότια του νησιού για να ξεχειμωνιάσουν. Από αυτές τις εκατοντάδες οικογένειες πια μόνο ένας τέτοιου τύπου παραδοσιακός κτηνοτρόφος έχει μείνει. Τα κτηνοτροφικά όμως, προϊόντα του χωριού και η φήμη τους παραμένει ζωντανή. Η κτηνοτροφική παράδοση με την καταγραφή, τη διατήρηση και την εξέλιξη της μπορεί να αναβιώσει και να δώσει προϊόντα ποιοτικά. Αυτός είναι ένας από τους στόχους της ΚΟΙΝΣΕΠ. Μαζί και η αξιοποίηση των κλειστών σπιτιών που θέλουν να χρησιμοποιήσουν ως καταλύματα.
«Έχετε όνειρα» λέμε στον Νίκο Γεωργούλη. Χαμογελά και μας λέει πως δε γίνεται αλλιώς. Αν δεν έχουμε όνειρα δεν μπορούμε να υλοποιήσουμε τίποτα. Και λέμε πως μπορούμε να τα καταφέρουμε.
Στον «Μάκελο» την ταβερνα του, δοκιμάζεις γεύσεις ξεχασμένες. Αν τις έχεις γευτεί και ποτέ… Μάκελος, είναι το όνομα του μέρους αυτού στην είσοδο του χωριού με το τεράστιο πλατάνι όπου στήθηκε η ταβέρνα. Από το μακελειό της Σφαγής της Χίου μαθαίνεις ότι προέρχεται το τοπωνύμιο. Στην άλλη μεριά του δρόμου μια μαρμάρινη επιγραφή με ένα στίχο του Ηροδότου από τον «Περί Ομήρου Γενέσιο» δικαιολογεί το όνομα του χωριού.
«Ο δε Όμηρος την μεν ημέραν πορευόμενος και πλανώμενος απίκετο ες το χωρίον τούτον ως Πιτύς καλέεται».
Ο Όμηρος λέει, ο Χιώτης Όμηρος πέρασε από το χωριό τους. Πιτύς πάει να πει πεύκο.
Στην πλατεία του χωριού ένα μεγάλο γκράφιτι εικονίζει τον τυφλό Ποιητή που πέρασε από τα αρχαία σοκάκια του χωριού.
Ακούς την παραίνεση των κατοίκων του Πιτυός. Τελευταία επίσκεψη στο σπίτι της 95χρονης «περίπου» Άννας Κολάρου, μιας γιαγιάς που φορά την παραδοσιακή μαντήλα. Μέχρι πρόσφατα μάζευε χόρτα και πήγαινε μέρα παρά μέρα στην Παναγιά, ένα χιλιόμετρο δρόμο, να ανάψει τα καντήλια. Είχαν και κατσίκια αλλά τα πουλήσανε. Ακούς όμορφες ιστορίες από το στόμα της. Σε συστήνει και με τον Άγιο Γιώργη το Χιοπολίτη, νεομάρτυρα από το Πιτυός που μαρτύρησε κοντά στις αρχές του 19ου αιώνα στο Αιβαλί. «Εδώ δίπλα ήταν το σπίτι του. Γείτονας μου είναι ο Άγιος» λέει.
Ποιος Άγιος έβαλε το χέρι του να ξεκινήσει η ανάσταση του Πιτυός δε σου λέει η κυρα Άννα. Ίσως και να μην μάθεις ποτέ. Την Ανάσταση τη ζεις. Μερικές φορές δεν πολυκαταλαβαίνεις και πώς συνέβη.






