Η διώρυγα του Παναμά αναδεικνύεται σε νέο γεωπολιτικό πεδίο αντιπαράθεσης, καθώς ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, από τις πρώτες εβδομάδες της τρέχουσας θητείας του, έθεσε ζήτημα αυξημένου αμερικανικού ελέγχου της στρατηγικής πλωτής οδού. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσινγκτον επιδεικνύει αυξημένη αυτοπεποίθηση στην περιοχή και αντιμετωπίζει με καχυποψία την ενισχυμένη οικονομική και εμπορική παρουσία της Κίνας στη Λατινική Αμερική.
Η σημασία της διώρυγας είναι κομβική για το παγκόσμιο εμπόριο, καθώς περίπου το 5% των διεθνών θαλάσσιων μεταφορών διέρχεται ετησίως από αυτήν. Το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο η Κίνα αντιπροσωπεύει σχεδόν το ένα πέμπτο της συνολικής διακίνησης και αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή εισαγωγών για τον Παναμά.
Κεντρικό ρόλο στην αντιπαράθεση διαδραματίζουν κινεζικές εταιρείες που έχουν παρουσία στην εφοδιαστική αλυσίδα της διώρυγας. Ο όμιλος CK Hutchison λειτουργεί τα λιμάνια Κριστόμπαλ και Μπαλμπόα, στις δύο άκρες της πλωτής οδού, βάσει παραχώρησης που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1990. Μετά τις δημόσιες δηλώσεις του Τραμπ ότι η Κίνα «λειτουργεί» τη διώρυγα και την έναρξη ελέγχου της σύμβασης από τις παναμαϊκές αρχές, η CK Hutchison συμφώνησε τον Μάρτιο σε πώληση των περιουσιακών στοιχείων της έναντι 23 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε κοινοπραξία με επικεφαλής την BlackRock.
Η συμφωνία, ωστόσο, έχει εγκλωβιστεί σε γεωπολιτική διελκυστίνδα. Κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης έχουν καταδικάσει την πώληση, ενώ η κρατική ναυτιλιακή Cosco φέρεται να διεκδικεί ουσιαστικό ρόλο στη νέα δομή. Παράλληλα, το Ανώτατο Δικαστήριο του Παναμά αναμένεται να αποφανθεί επί αγωγής που ζητά την πλήρη ακύρωση της σύμβασης παραχώρησης της CK, εξέλιξη με άμεσες συνέπειες για την οικονομία και τη διεθνή θέση της χώρας.
Ο Παναμάς βρίσκεται αντιμέτωπος με δύσκολες επιλογές. Από τη μία πλευρά, η Ουάσινγκτον υιοθετεί ολοένα και πιο σκληρή στάση απέναντι στη γεωπολιτική εξισορρόπηση, ενώ Ρεπουμπλικανοί πολιτικοί κατηγορούν την παναμαϊκή κυβέρνηση ότι ενδέχεται να παραβιάζει τη συνθήκη ουδετερότητας που διέπει τη διώρυγα. Από την άλλη, ο αποκλεισμός του Πεκίνου εγκυμονεί τον κίνδυνο κινεζικών αντιμέτρων.
Η κυβέρνηση του Παναμά έχει ήδη σηματοδοτήσει την κατεύθυνσή της, αποχωρώντας από την κινεζική πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» και ενισχύοντας τη στρατιωτική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, ο επικεφαλής της Αρχής Διώρυγας του Παναμά, Ρικάουρτε Βάσκεθ, έχει προειδοποιήσει ότι η συμφωνία με την BlackRock θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ουδετερότητα της πλωτής οδού.
Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το εμπόριο μεταξύ Κίνας και Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής έφτασε τα 515 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024, ενώ κινεζικές εταιρείες ελέγχουν ή λειτουργούν περίπου το ένα τρίτο των λιμένων της περιοχής. Μετά τις αμερικανικές παρεμβάσεις στη Βενεζουέλα και τις προειδοποιήσεις προς άλλες χώρες, από την Κούβα έως την Κολομβία, η διώρυγα του Παναμά φαίνεται να μετατρέπεται στο επόμενο κρίσιμο μέτωπο μιας διευρυνόμενης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.





