Νέος κύκλος ανησυχίας ανοίγει στα ελληνοτουρκικά, μετά την πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας, Γιώργου Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν. Μια συνομιλία που, σύμφωνα με διπλωματικές πληροφορίες, επισπεύδει την επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα και τη σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, προκαλώντας εύλογα ερωτήματα για το τι ακριβώς διαπραγματεύεται η ελληνική πλευρά και με ποιες εγγυήσεις.
Οι πληροφορίες που διαρρέουν από τουρκικές πηγές κάνουν λόγο για ταξίδι του Έλληνα πρωθυπουργού εντός Φεβρουαρίου, λίγο πριν το Ραμαζάνι «παγώσει» τις πολιτικές διεργασίες στην Τουρκία. Η χρονική αυτή πίεση, όμως, δεν δείχνει ελληνική πρωτοβουλία ισχύος, αλλά περισσότερο μια βιασύνη που γεννά υποψίες και ανησυχία για παρασκηνιακές δεσμεύσεις.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον που μοιάζει όλο και πιο ασταθές, με τον Ντόναλντ Τραμπ να επαναχαράσσει συμμαχίες και να τινάζει στον αέρα πάγιες ισορροπίες, η επιλογή Μητσοτάκη να προχωρήσει σε απευθείας συνάντηση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μοιάζει περισσότερο με τυχοδιωκτικό ρίσκο παρά με ψύχραιμη στρατηγική. Ποιος διαβεβαιώνει ότι η Ελλάδα δεν θα βρεθεί προ τετελεσμένων, σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς εγγυήσεις αποδεικνύονται ολοένα και πιο εύθραυστες;
Η Τουρκία δεν έχει υποχωρήσει ούτε χιλιοστό από τις αναθεωρητικές της αξιώσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα, αξιοποιεί τη γεωπολιτική ρευστότητα, παίζει σε πολλά ταμπλό και εμφανίζεται ως «αναγκαίος συνομιλητής» για τη Δύση, την ώρα που συνεχίζει να αμφισβητεί ευθέως ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Αθήνα επιμένει στη ρητορική της «ήρεμης διπλωματίας», χωρίς να έχει εξηγήσει πειστικά τι ακριβώς κερδίζει και τι ενδεχομένως παραχωρεί.
Η επικείμενη μετάβαση Μητσοτάκη στην Άγκυρα δεν είναι μια ουδέτερη διπλωματική συνάντηση ρουτίνας. Είναι μια κίνηση υψηλού πολιτικού και εθνικού ρίσκου, σε μια συγκυρία όπου η Τουρκία διαβάζει κάθε ελληνική πρωτοβουλία ως ένδειξη αδυναμίας ή διάθεσης για συμβιβασμούς. Και σε τέτοιες συνθήκες, οι συμβολισμοί μετρούν όσο και οι συμφωνίες.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: πηγαίνει ο πρωθυπουργός στην Άγκυρα με σαφή στρατηγική και κόκκινες γραμμές ή με τη λογική του «να τα βρούμε», ακόμη κι αν το κόστος μεταφερθεί αργότερα στην Ελλάδα και στην κοινωνία; Η μέχρι τώρα στάση της κυβέρνησης, με τις χαμηλές προσδοκίες και τη θολή ενημέρωση της κοινής γνώμης, δεν εμπνέει εμπιστοσύνη.
Η Άγκυρα γνωρίζει να εκμεταλλεύεται τις συγκυρίες. Το ερώτημα είναι αν η Αθήνα, υπό την ηγεσία Μητσοτάκη, γνωρίζει να προστατεύει τα συμφέροντά της ή αν απλώς ελπίζει ότι ο διάλογος από μόνος του θα αποτρέψει τις πιέσεις. Οι απαντήσεις δεν θα δοθούν στα δελτία Τύπου, αλλά στο περιεχόμενο και στα αποτελέσματα αυτής της επίσκεψης – και εκεί, ο πήχης της ευθύνης είναι εξαιρετικά υψηλός.





