Σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών με αναστολή καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου αστυνομικός που υπηρετούσε στο γραφείο όπλων της Διεύθυνσης Αστυνομίας Μαγνησίας, ο οποίος παρότρυνε πολίτες να του μεταβιβάζουν τα κυνηγετικά όπλα που δεν επιθυμούσαν να κατέχουν πλέον και τα πουλούσε.
Στο εδώλιο κάθισαν συνολικά 10 κατηγορούμενοι, ωστόσο οι εννέα αθωώθηκαν λόγω έλλειψης δόλου, ενώ ένας κρίθηκε ατιμώρητος.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο αστυνομικός τέλεσε τα αδικήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συρροή, της ψευδούς βεβαίωσης μετά χρήση κατά συρροή, της κλοπής, της συνέργειας σε παράβαση καθήκοντος, της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος και της παράνομης οπλοκατοχής. Αντίθετα, αθωώθηκε για την παράβαση καθήκοντος κατά εξακολούθηση, καθώς και για την υπεξαγωγή εγγράφων από την υπηρεσία, λόγω αμφιβολιών.
Η υπόθεση αφορά χρονικό διάστημα από τις αρχές Ιανουαρίου 2020 έως και τις 14 Σεπτεμβρίου 2022. Όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, ο κατηγορούμενος είτε ο ίδιος, είτε μέσω μεσάζοντα, φέρεται να προέτρεπε πολίτες να μην παραδίδουν τα κυνηγετικά τους όπλα, όπως όφειλαν, αλλά να τα μεταβιβάζουν σε εκείνον.
Για να πετύχει τον σκοπό του, χρησιμοποιούσε πλαστές υπογραφές διευθυντών υπηρεσιών, ενώ προχώρησε ακόμη και σε μεταβιβάσεις όπλων στο όνομα προσώπων που δεν βρίσκονται στην ζωή. Συνολικά εντοπίστηκαν 21 όπλα που συνδέονται με τη δράση του.
Σε μία περίπτωση, μάλιστα, φέρεται να πούλησε καραμπίνα μέσω Facebook έναντι 300 ευρώ, ενώ σε άλλη περίπτωση μεταβίβασε όπλο σε κατάστημα εμπορίας όπλων προς 100 ευρώ.
Μεταξύ των εμπλεκόμενων προσώπων περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τη δικογραφία, ένας συνταξιούχος αστυνομικός, ένας συλλέκτης όπλων και ιδιώτες.
Το δικαστήριο έκρινε ενόχους μόνο τον βασικό κατηγορούμενο, επιβάλλοντάς του ποινή φυλάκισης 18 μηνών με αναστολή, ενώ όλοι οι υπόλοιποι αθωώθηκαν, καθώς δεν αποδείχθηκε δόλος στις πράξεις τους.






