Αν επιλέξει κανείς να ταξιδέψει αρκετά πίσω στον χρόνο, σε μια εποχή όπου η Ιστορία δεν είχε ακόμη ξεχωρίσει από τον μύθο, θα συναντήσει σκιές. Σκιές ανθρώπων, φυλών και πολέμων που δεν άφησαν πίσω τους μνημεία, αλλά διαφορετικές ιστορίες. Στην αρχαία Ελλάδα, εκεί όπου η μνήμη θολώνει και τα ίχνη χάνονται, αναδύεται ένας λαός που προκαλεί ακόμη και σήμερα αμηχανία: οι Άβαντες. Μια φυλή πολεμιστών που έδρασε στη Βόρεια Εύβοια, γύρω από την Αρχαία Κήρινθο, και χάθηκε χωρίς να αφήσει πίσω της τίποτε άλλο παρά φόβο και αποσπασματικές μαρτυρίες.
Οι Άβαντες δεν ήταν απλώς πολεμιστές· ήταν φτιαγμένοι για τη σύγκρουση. Τα κεφάλια τους ξυρισμένα μπροστά, τα μαλλιά δεμένα μόνο στο πίσω μέρος, σε αλογοουρές που ανέμιζαν όταν όρμαγαν στη μάχη. Δεν επρόκειτο για έθιμο ή αισθητική επιλογή, αλλά για ψυχρό υπολογισμό. Στις μάχες εκ του συστάδην, όπου ο αντίπαλος βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής, κανένα χέρι δεν μπορούσε να τους αρπάξει, κανένα τράβηγμα δεν μπορούσε να τους ρίξει. Είχαν αφαιρέσει από το σώμα τους κάθε αδυναμία.
Η Κήρινθος υπήρξε το λιμάνι και το ορμητήριό τους. Από εκεί ξεκινούσαν και εκεί επέστρεφαν, βαμμένοι με χώμα και αίμα. Ήταν πολεμοχαρής φυλή, ανθεκτική στον πόνο και αδιάλλακτη στη σύγκρουση. Ο Όμηρος δεν τους αγνόησε. Στην Ιλιάδα, τους περιγράφει ως μαχητές που πολεμούσαν με δόρατα «εκ του συστάδην», χωρίς απόσταση ασφαλείας, χωρίς έλεος. Τους αποκαλεί «όπισθεν κομόωντες» – εκείνους που άφηναν τα μαλλιά μόνο πίσω, γιατί μπροστά δεν υπήρχε χώρος για φόβο.
Η παρουσία τους στον Τρωικό Πόλεμο επιβεβαιώνει ότι δεν ήταν περιφερειακή φυλή, αλλά δύναμη που υπολογιζόταν. Όταν οι Άβαντες έμπαιναν στη μάχη, η σύγκρουση γινόταν προσωπική.
Αιολικής καταγωγής, εγκαταστάθηκαν στην Εύβοια μεταξύ 1600 και 1400 π.Χ., εκτοπίζοντας τον ειρηνικό λαό των Πελασγών. Δεν υπάρχουν ενδείξεις συνύπαρξης· μόνο αντικατάσταση. Η μυθολογία τούς θέλει απογόνους του Άβα, γιου του Λυγκέως και της Αργυφίας – του μοναδικού αδελφού που σώθηκε από τη σφαγή χάρη στην Υπερμνήστρα. Οι υπόλοιποι αδελφοί του δολοφονήθηκαν από τις ίδιες τους τις συζύγους. Η καταγωγή των Αβάντων, λοιπόν, είναι σημαδεμένη από αίμα, προδοσία και επιβίωση.
Νεότερη επιστημονική έρευνα προσθέτει ακόμη μία σκοτεινή διάσταση: οι Άβαντες δεν ήταν απλώς πολεμικός λαός, αλλά ένα από τα αρχαιότερα ελληνόφωνα φύλα του ελλαδικού χώρου. Μαζί με τους Δαναούς, συγκαταλέγονται στους Πρωτοέλληνες — ανθρώπους που εμφανίστηκαν όταν ακόμη ο ελληνικός κόσμος διαμορφωνόταν μέσα από συγκρούσεις και μετακινήσεις πληθυσμών.
Τα ίχνη τους απλώνονται πολύ πέρα από την Εύβοια. Στο Άργος, στη Σικυώνα, στη Φωκίδα, στην Ήπειρο. Ο Παυσανίας αναφέρει τη συμμετοχή τους στην αποίκηση του Θρονίου από τη Θεσπρωτία, μιας περιοχής που ονομάστηκε «Αβαντίς», σαν να έφερε για πάντα το σημάδι τους. Όμως ούτε εκεί ρίζωσαν για πάντα. Η περιοχή καταλήφθηκε αργότερα από την Απολλωνία, με τη βοήθεια της Κορίνθου, και το όνομα των Αβάντων άρχισε να σβήνει.
Δεν χάθηκαν σε μια μεγάλη, ένδοξη μάχη. Χάθηκαν αργά, μέσα στη σιωπή της Ιστορίας. Έμειναν μόνο σκόρπιες αναφορές, λέξεις του Ομήρου, μαρτυρίες περιηγητών και η αίσθηση ότι κάποτε, στην αυγή του ελληνικού κόσμου, υπήρξαν πολεμιστές που ξύρισαν το κεφάλι τους για να μη δώσει ποτέ κανείς έλεος — ούτε να λάβουν.






