Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μπαίνει σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη φάση, καθώς τα πρώτα συμπεράσματα από την επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν δείχνουν ότι ο πόλεμος δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιαστεί στην Ουάσιγκτον. Το σχέδιο για μια γρήγορη στρατιωτική επικράτηση κατέρρευσε και η πραγματικότητα στο πεδίο της μάχης αποδεικνύεται πολύ πιο σκληρή από ό,τι υπολόγιζαν οι Αμερικανοί επιτελείς. Ο ιρανικός στρατός όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά δείχνει ικανός να αντέξει και να απαντήσει με σφοδρότητα.
Οι αντεπιθέσεις της Τεχεράνης εναντίον νευραλγικών στόχων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ προκάλεσαν πραγματικό σοκ. Η ιρανική στρατηγική που βασίζεται σε μαζικές πυραυλικές επιθέσεις και επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχει δημιουργήσει κλίμα πανικού στο Ισραήλ, ενώ τα πλήγματα που έχουν δεχθεί κρίσιμες υποδομές έχουν προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στο κύρος του ισραηλινού στρατιωτικού μηχανισμού. Ταυτόχρονα, η περίφημη πολυεπίπεδη αεράμυνα του Ισραήλ εμφανίζεται να έχει σοβαρά κενά, καθώς αρκετοί πύραυλοι πέρασαν μέσα από τα συστήματα αναχαίτισης και έφτασαν στους στόχους τους.
Σύμφωνα με ιρανικές πηγές, το αμερικανικό αεροπλανοφόρο Αβραάμ Λίνκολν, το οποίο είχε πλησιάσει περίπου 340 χιλιόμετρα από τα θαλάσσια σύνορα του Ιράν στη Θάλασσα του Ομάν σε μια προσπάθεια να ελέγξει το Στενό του Ορμούζ, έγινε στόχος επιθέσεων από μη επανδρωμένα αεροσκάφη του ναυτικού των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης. Το πλοίο, συνοδευόμενο από τα αντιτορπιλικά του, απομακρύνθηκε γρήγορα από την περιοχή. Προηγουμένως, οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης είχαν ανακοινώσει ότι το ίδιο αεροπλανοφόρο είχε γίνει στόχος τεσσάρων βαλλιστικών πυραύλων στο πλαίσιο της επιχείρησης «Αληθινή Υπόσχεση 4».
Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι εκτόξευσε στρατηγικούς πυραύλους Χοραμσάρ-4 προς το Τελ Αβίβ. Οι πύραυλοι αυτοί, με κεφαλή βάρους περίπου ενός τόνου ο καθένας, φέρεται να στόχευσαν το κέντρο της ισραηλινής πόλης, το αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν καθώς και τη βάση της 27ης μοίρας της ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας. Οι εκτοξεύσεις πραγματοποιήθηκαν τα ξημερώματα και συνοδεύτηκαν από επιθέσεις με επιθετικά drones. Σύμφωνα με την ιρανική πλευρά, οι πύραυλοι κατάφεραν να διαπεράσουν πολλαπλά επίπεδα αεράμυνας δημιουργώντας σκηνές χάους.
Μέσα σε αυτό το κλίμα κλιμάκωσης, δυτικές πηγές αναφέρουν ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να επιδιώκει την παρέμβαση της Ρωσίας ως διαμεσολαβητή σε πιθανές διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη. Πληροφορίες αναφέρουν ότι η Ουάσιγκτον αναζητά ένα άμεσο κανάλι επικοινωνίας που θα μπορούσε να αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη στρατιωτική κλιμάκωση πριν η σύγκρουση περάσει σε ακόμη πιο επικίνδυνη φάση. Η βιασύνη αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι το Ιράν φέρεται έτοιμο να εξαπολύσει νέες επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, ενώ υπάρχουν ήδη αναφορές για απώλειες Αμερικανών στρατιωτών.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις σε διάφορες χώρες της περιοχής έχουν δεχθεί πλήγματα, ενώ επιθέσεις σημειώθηκαν και εναντίον αμερικανικών ναυτικών μονάδων. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι ο αρχικός σχεδιασμός της Ουάσιγκτον –η γρήγορη καταστροφή της στρατιωτικής μηχανής του Ιράν– δεν έχει αποδώσει μέχρι στιγμής τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Στο αρχικό επιχειρησιακό πλάνο των Ηνωμένων Πολιτειών περιλαμβανόταν η ταχεία εξουδετέρωση των ιρανικών πυραυλικών εγκαταστάσεων, η καταστροφή μεγάλου μέρους του στόλου και η πλήρης αποκοπή της χρηματοδότησης προς συμμάχους και παραστρατιωτικές οργανώσεις της Τεχεράνης στο εξωτερικό. Ωστόσο, η πραγματικότητα στο πεδίο δείχνει ότι το Ιράν διατηρεί ακόμη σημαντικές δυνατότητες αντίδρασης.
Η ιρανική ηγεσία δηλώνει ότι είναι πλήρως προετοιμασμένη ακόμη και για το ενδεχόμενο χερσαίας επιχείρησης των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί προειδοποίησε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μετατραπεί σε «μεγάλη καταστροφή» για τα αμερικανικά στρατεύματα. Όπως υποστήριξε, το Ιράν δεν φοβάται μια τέτοια σύγκρουση και θεωρεί ότι η πραγματική του νίκη βρίσκεται στην ικανότητα να αντέχει και να συνεχίζει να αντιστέκεται.
Την ίδια ώρα, συζητήσεις στη Δύση αναφέρουν ότι κουρδικές ένοπλες ομάδες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν με τη στήριξη των αμερικανικών και ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών. Ωστόσο, ακόμη και ισραηλινοί αξιωματούχοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί, εκτιμώντας ότι οι ιρανικές κουρδικές οργανώσεις δεν διαθέτουν τη στρατιωτική ισχύ που απαιτείται για μια τέτοια επιχείρηση και θα μπορούσαν να υποστούν βαριές απώλειες.
Παράλληλα, η Τεχεράνη δηλώνει ότι προς το παρόν δεν σκοπεύει να κλείσει το Στενό του Ορμούζ, αν και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να επανεξετάσει τη στάση της εάν ο πόλεμος κλιμακωθεί περαιτέρω. Ένα τέτοιο βήμα θα μπορούσε να προκαλέσει τεράστιες αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία, καθώς από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα διέρχεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.
Στον Περσικό Κόλπο, η ανησυχία μεγαλώνει. Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, αρκετές χώρες της περιοχής εμφανίζονται απογοητευμένες από την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να τις προστατεύσουν, ιδιαίτερα μετά τις επιθέσεις αντιποίνων του Ιράν σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και βάσεις που βρίσκονται σε διάφορα κράτη της περιοχής.
Ταυτόχρονα, αναφέρεται ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εξετάζουν το ενδεχόμενο να παγώσουν δισεκατομμύρια δολάρια ιρανικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στη χώρα. Αν ένα τέτοιο μέτρο εφαρμοστεί, θα μπορούσε να περιορίσει σοβαρά την πρόσβαση της Τεχεράνης σε ξένο συνάλλαγμα και διεθνές εμπόριο.
Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα έντονης αστάθειας, όπου κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα εξελιχθεί η σύγκρουση. Το αρχικό σχέδιο των Ηνωμένων Πολιτειών για μια γρήγορη και καθαρή νίκη φαίνεται να έχει αποτύχει, ενώ το ενδεχόμενο μιας νέας και ακόμη πιο επικίνδυνης φάσης του πολέμου παραμένει πλέον ανοιχτό. Η Μέση Ανατολή βρίσκεται ξανά στο χείλος μιας γενικευμένης ανάφλεξης, με τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης να μεγαλώνει κάθε ώρα.






