Σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον ήδη επικίνδυνα ασταθές, η τυπική λήξη της Συνθήκης New START σηματοδοτεί μια νέα μείζονα πρόκληση ασφαλείας ειδικά για την Ευρώπη. Έρχεται εν μέσω ρωσικής επιθετικότητας και πυρηνικών απειλών εξ’ ανατολών, αλλά και του ταυτόχρονου άκρατου αναθεωρητισμού του ισχυρότερου συμμάχου της στη Δύση.
Η δεύτερη προεδρική θητεία Τραμπ στις ΗΠΑ θέτει πια εν αμφιβόλω ακόμη και τον ρόλο της Ουάσιγκτον ως μεταπολεμικού εγγυητή της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Αψηφώντας συμμαχίες και το διεθνές δίκαιο, ο Αμερικανός πρόεδρος ξαναγράφει από θέση ισχύος τους κανόνες.
Έχει επανειλημμένα συνδέσει τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας με σκληρούς όρους, όχι μόνον απέναντι στην εμπόλεμη Ουκρανία, αλλά και στους νατοϊκούς συμμάχους.
Τους εκβιάζει ακόμη και με προσάρτηση της Γροιλανδίας, ενόσω προωθεί τον αμερικανικό «Χρυσό Θόλο» και κηρύσσει επανέναρξη των πυρηνικών δοκιμών από τις ΗΠΑ.
Τώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος μιλά για την ανάγκη μιας «νέας, βελτιωμένης και εκσυγχρονισμένης συνθήκης» στη θέση της New START. Δεν θέλει να αφορά μόνο τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, τις δύο μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις.
Δεδηλωμένα, θέλει να περιλαμβάνει και την ανερχόμενη πυρηνική δύναμη της Κίνας, που προσώρας αντιδρά, ενώ ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν θέλει να βάλει την πυρηνική αποτροπή της Ευρώπης στο «τραπέζι».
Σε έναν κόσμο κλιμακούμενου ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί προ νέων δυσάρεστων εκπλήξεων, εάν εγκλωβιστεί ξανά σε ρόλο θεατή.
Εύστοχα, ο Τιμ Τις του Ινστιτούτου Έρευνας για την Ειρήνη και την Πολιτική Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου υπενθυμίζει πως «οι φόβοι ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να θυσιάσουν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα ασφαλείας στο βωμό του ελέγχου των εξοπλισμών είναι τόσο παλιοί, όσο και η ίδια η σχετική ρωσο-αμερικανική διαδικασία».
Η αμερικανική πυρηνική «ομπρέλα» αποτελεί δεκαετίες τώρα τον ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής ασφάλειας, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Στην εποχή Τραμπ 2.0 ουδόλως θεωρείται πλέον δεδομένη, καθώς οι ΗΠΑ επιδιώκουν επανεκκίνηση στις διμερείς σχέσεις με τη Ρωσία.
Σε αυτό το φόντο, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιβεβαίωσε τις προάλλες ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες μεταξύ ευρωπαϊκών πρωτευουσών για μια μορφή κοινής πυρηνικής αποτροπής, αποφεύγοντας να δώσει λεπτομέρειες.
Στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων των Ευρωπαίων ηγετών βρίσκεται, σύμφωνα με διαρροές, το ερώτημα αν θα βασιστούν περισσότερο στη Γαλλία και τη Βρετανία, που διαθέτουν πυρηνικά όπλα, ή αν θα πρέπει να αναπτυχθούν κι άλλα πυρηνικά οπλοστάσια.
Εκτός των ΗΠΑ, εν τω μεταξύ, οι μοναδικές πυρηνικές δυνάμεις στο ΝΑΤΟ είναι η Γαλλία (μοναδική στην ΕΕ) και η Βρετανία του Brexit. Δεν διαθέτουν ωστόσο οπλοστάσιο ανάλογο με το αμερικανικό, ούτε καν συνδυαστικά.
Έναντι των περίπου 3.700 πυρηνικών κεφαλών που έχουν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία έχει περίπου 290 και η Βρετανία 225.
Δεν θεωρούνται σοβαρός παράγοντας πυρηνικής αποτροπής απέναντι στις περίπου 4380 πυρηνικές κεφαλές που υπολογίζεται ότι διαθέτει σήμερα η Ρωσία, σύμφωνα με το ινστιτούτο SIPRI.
Στο «τραπέζι» ή στο «μενού»
Η Ουάσιγκτον και η Μόσχα ήδη συμφώνησαν σε επανεκκίνηση των υψηλού επιπέδου στρατιωτικών επαφών, που είχαν ανασταλεί το 2021. Ως προς τον έλεγχο των εξοπλισμών, επισημαίνει ο Τιμ Τις, οι απαιτήσεις της Ρωσίας δεν είναι μυστικές. Θέλει απόσυρση των αμερικανικών τακτικών πυρηνικών όπλων από την Ευρώπη και περιορισμό των πυρηνικών οπλοστασίων Γαλλίας και Βρετανίας.
«Από ευρωπαϊκή σκοπιά», τονίζει, «και τα δύο θα ήταν καταστροφικά».






