Σε κλίμα πανηγυριού και αυτοθαυμασμού, οι ηγεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Mercosur ολοκλήρωσαν το Σάββατο την υπογραφή της περιβόητης συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου, βάζοντας την υπογραφή τους σε ένα κείμενο που, για εκατομμύρια Ευρωπαίους, ισοδυναμεί με οικονομική καταδίκη.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, πλαισιωμένοι από ηγέτες της Νότιας Αμερικής, εμφανίστηκαν ενωμένοι και θριαμβευτές. Μίλησαν για «ιστορική στιγμή», για «ανοιχτές αγορές» και για «στρατηγική απάντηση» στον παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο. Δεν είπαν, όμως, λέξη για το ποιος θα πληρώσει το κόστος.
Η συμφωνία, που ανοίγει τον δρόμο για τη μεγαλύτερη εμπορική ζώνη ελεύθερου εμπορίου που έχει συνάψει ποτέ η ΕΕ, στοχεύει στη μείωση δασμών και στην ενίσχυση των συναλλαγών μεταξύ δύο αγορών συνολικού πληθυσμού περίπου 700 εκατομμυρίων ανθρώπων. Για να τεθεί σε ισχύ, απαιτείται η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και η επικύρωση από τα κοινοβούλια της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Παραγουάης και της Ουρουγουάης.
Στην τελετή παρέστησαν η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, καθώς και οι ηγέτες των χωρών της Mercosur, με εξαίρεση τον πρόεδρο της Βραζιλίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών. Η φον ντερ Λάιεν χαρακτήρισε τη συμφωνία «ισχυρό μήνυμα προς τον κόσμο», τονίζοντας ότι η Ευρώπη επιλέγει «το δίκαιο εμπόριο αντί των δασμών».
Πίσω από τη ρητορική της συνεργασίας, ωστόσο, εντείνονται οι ανησυχίες. Αγροτικές οργανώσεις και περιβαλλοντικές ομάδες στην Ευρώπη προειδοποιούν ότι η συμφωνία μπορεί να οδηγήσει σε εισροή φθηνών αγροτικών προϊόντων από τη Νότια Αμερική, ασκώντας πίεση στους Ευρωπαίους παραγωγούς και υπονομεύοντας τα ήδη ασθενή εισοδήματά τους. Παράλληλα, εκφράζονται φόβοι για χαλάρωση των περιβαλλοντικών ισορροπιών και αύξηση της αποψίλωσης των δασών, προκειμένου να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση.
Για τον Έλληνα αγρότη, η εικόνα των πανηγυρισμών δύσκολα μεταφράζεται σε αισιοδοξία. Σε έναν κλάδο που ήδη δοκιμάζεται από αυξημένο κόστος παραγωγής, κλιματική πίεση και ανταγωνισμό, η προοπτική εισαγωγής φθηνότερων προϊόντων αμφίβολων –όπως φοβούνται– προδιαγραφών ενισχύει το αίσθημα ήττας. Αντίστοιχα, ο Έλληνας καταναλωτής καλείται να σταθμίσει το χαμηλότερο κόστος με ζητήματα ποιότητας, ιχνηλασιμότητας και ασφάλειας τροφίμων.
Το εμπόριο μεταξύ των δύο μπλοκ ανήλθε το 2024 σε 111 δισεκατομμύρια ευρώ. Η ΕΕ εξάγει κυρίως μηχανήματα, χημικά προϊόντα και εξοπλισμό μεταφορών, ενώ η Mercosur βασίζεται σε αγροτικά προϊόντα, ορυκτά, χαρτοπολτό και χαρτί. Η ανισορροπία αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της κριτικής, καθώς πολλοί θεωρούν ότι τα οφέλη δεν κατανέμονται ισότιμα.
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur μπορεί να καταγραφεί ως διπλωματικό ορόσημο. Όμως, όσο οι πολιτικοί πανηγυρίζουν πάνω στη σκηνή, στα χωράφια και στα ράφια των καταστημάτων το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: ποιος πραγματικά κερδίζει και ποιος καλείται να προσαρμοστεί σε μια «ελεύθερη αγορά» που δεν ξεκινά από ίσους όρους.






