Παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες του οικονομικού επιτελείου της Κυβέρνησης να πιέσει το εγχώριο πιστωτικό σύστημα ώστε να υπάρξει ουσιαστική ανταμοιβή για τους καταθέτες, τα τελευταία στοιχεία της ΕΚΤ ως προς τις αποδόσεις είναι απογοητευτικά.
Παρά τον κύκλο ανόδου των επιτοκίων που υιοθέτησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τα τελευταία χρόνια, το εγχώριο πιστωτικό σύστημα δεν αναπροσάρμοσε τις αυξήσεις στα επιτόκια καταθέσεων και οι Έλληνες καταθέτες αποτέλεσαν τους μεγάλους χαμένους.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι παρά τις αυξήσεις των βασικών επιτοκίων από το 2022 και μετά, οι αποδόσεις που προσφέρουν οι ελληνικές τράπεζες στις προθεσμιακές καταθέσεις εξακολουθούν να κινούνται αισθητά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, περιορίζοντας τα οφέλη για τα νοικοκυριά.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΚΤ για τον Νοέμβριο του 2025, το μέσο επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων των νοικοκυριών στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 1,12%. Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη φτάνει το 1,80%. Η διαφορά αυτή κατατάσσει τη χώρα μας στη δεύτερη χαμηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών, μετά την Κύπρο, όπου το αντίστοιχο επιτόκιο είναι 1,11%.
Στον αντίποδα, σημαντικά υψηλότερες αποδόσεις απολαμβάνουν οι καταθέτες σε χώρες όπως η Ιταλία και η Ολλανδία, με μέσο επιτόκιο 2,32%. Ακολουθούν η Φινλανδία με 2,16%, η Γαλλία με 2,09%, η Γερμανία με 1,83%, η Ισπανία με 1,64% και η Πορτογαλία με 1,37%. Με απλά λόγια, ένας Έλληνας αποταμιευτής κερδίζει αισθητά λιγότερα για τα ίδια χρήματα σε σχέση με έναν καταθέτη στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης.
Η εικόνα αυτή δεν είναι καινούργια. Τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων στην Ελλάδα αυξήθηκαν μετά το 2022, αλλά με σαφώς πιο αργό ρυθμό. Η μεγαλύτερη «ψαλίδα» καταγράφηκε τον Δεκέμβριο του 2023, όταν το μέσο επιτόκιο στη χώρα μας ήταν 1,84%, ενώ στην Ευρωζώνη έφτανε το 3,29%. Έκτοτε η διαφορά μειώνεται σταδιακά, χωρίς όμως να εξαφανίζεται. Σήμερα παραμένει κοντά στις 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, σε μια περίοδο μάλιστα που τα επιτόκια έχουν μπει σε πτωτική τροχιά.
Γυρίζουν την πλάτη στις προθεσμιακές
Τα χαμηλά επιτόκια εξηγούν και γιατί οι Έλληνες δεν «κλειδώνουν» εύκολα τα χρήματά τους σε προθεσμιακές καταθέσεις. Τα υπόλοιπα σε προθεσμιακούς λογαριασμούς ανέρχονται σε περίπου 34,2 δισ. ευρώ, όταν οι συνολικές καταθέσεις των νοικοκυριών φτάνουν τα 152,4 δισ. ευρώ. Η πλειονότητα των αποταμιεύσεων παραμένει δηλαδή σε απλούς λογαριασμούς όψεως ή ταμιευτηρίου, με μηδενικές ή ελάχιστες αποδόσεις.
Καλύτερη είναι η εικόνα για τις επιχειρήσεις αλλά και εδώ υπάρχει σημαντική υστέρηση έναντι της Ευρωζώνης. Το μέσο επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων επιχειρήσεων στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 1,67%, έναντι 1,93% στην Ευρωζώνη, με τη διαφορά να περιορίζεται αισθητά. Ωστόσο, η χαμηλή ανταμοιβή των καταθέσεων των νοικοκυριών συμβάλλει στη διατήρηση υψηλού περιθωρίου μεταξύ επιτοκίων δανείων και καταθέσεων, το οποίο παραμένει πάνω από τις 4 ποσοστιαίες μονάδες.
Καλύτερη εικόνα στα επιτόκια χορηγήσεων
Στα δάνεια, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Στα στεγαστικά, η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το μέσο επιτόκιο νέων στεγαστικών δανείων με σταθερό επιτόκιο έως πέντε χρόνια διαμορφώνεται στο 3,04%, έναντι 3,35% στην Ευρωζώνη, γεγονός που καθιστά το κόστος αγοράς κατοικίας συγκρίσιμο με χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία.
Αντίθετα, στα καταναλωτικά δάνεια οι Έλληνες πληρώνουν ακριβότερα. Το μέσο επιτόκιο διαμορφώνεται στο 10,04%, έναντι 7,33% στην Ευρωζώνη, με τα επιτόκια πιστωτικών καρτών να ξεπερνούν το 14%.
Αυτό σημαίνει ότι, την ώρα που οι καταθέτες χάνουν σε αποδόσεις, όσοι χρειάζονται καταναλωτική χρηματοδότηση επιβαρύνονται σημαντικά περισσότερο.
Συμπερασματικά, το περιβάλλον επιτοκίων παραμένει δυσμενές για τους Έλληνες αποταμιευτές, οι οποίοι βλέπουν τα χρήματά τους να αποδίδουν λιγότερο από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη, την ώρα που το κόστος του δανεισμού – κυρίως στην καταναλωτική πίστη – παραμένει υψηλό.





