Παρά τη συμβολική «εβδομαδιαία ανακωχή» που κήρυξαν οι αυτοκινητιστές ταξί μετά τη συνάντηση του προέδρου του Συνδικάτου Αυτοκινητιστών Ταξί Αττικής (ΣΑΤΑ), Θύμιου Λυμπερόπουλου, με τον εξ απορρήτων του Πρωθυπουργού, Θανάση Νέζη, και τον αναπληρωτή υπουργό Μεταφορών, Κωνσταντίνο Κυρανάκη, η ένταση του κλάδου παραμένει στα ύψη.
Μέσα σε μόλις τέσσερις ημέρες από τη δημοσιοποίηση του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, υποβλήθηκαν 427 σχόλια, με περισσότερα από εκατό την ημέρα να αφορούν τις ρυθμίσεις για τα ταξί. Η μαζική ανάρτηση των 82 άρθρων σε ενιαίο κείμενο, αντί κατ’ άρθρο, θεωρείται «πρωτοφανής» και «απαξιωτική», καθώς δυσχεραίνει τη δυνατότητα τεκμηριωμένων παρεμβάσεων και αφήνει τα κρίσιμα ζητήματα χωρίς ουσιαστικό διάλογο.
Το νομοσχέδιο εξακολουθεί να προκαλεί οξύτατες αντιδράσεις, με τον κλάδο να προειδοποιεί για κινητοποιήσεις διαρκείας εάν δεν αναδιαμορφωθούν άμεσα συγκεκριμένες διατάξεις. Η προθεσμία μίας εβδομάδας που δίνουν οι επαγγελματίες οδηγοί στην κυβέρνηση αντικατοπτρίζει την ένταση και την αποφασιστικότητα του κλάδου, ενώ την ερχόμενη Κυριακή το κλαδικό συμβούλιο αναμένεται να καθορίσει τα επόμενα βήματα.
Κρίσιμα σημεία αντιπαράθεσης
Στο επίκεντρο βρίσκεται το άρθρο 52 για τη λειτουργία των Ε.Ι.Χ. με οδηγό. Οι αυτοκινητιστές καταγγέλλουν ότι πίσω από τον «εκσυγχρονισμό» επιχειρείται η πλήρης απορρύθμιση της αγοράς: η κατάργηση περιορισμών όπως ο ελάχιστος χρόνος προκράτησης, η υποχρέωση επιστροφής στην έδρα και το ελάχιστο μίσθωμα δημιουργούν συνθήκες για ταξί «δύο ταχυτήτων», χωρίς ταξίμετρο, δημόσιο τιμολόγιο ή υποχρεώσεις καθολικής εξυπηρέτησης.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται και για τις χρεώσεις από και προς το αεροδρόμιο. Οι επαγγελματίες οδηγούν ότι η προώθηση ηλεκτροκίνητων ΕΙΧ χρησιμοποιείται ως «Δούρειος Ίππος» για την ανάθεση διαδρομών σε ιδιωτικές εφαρμογές και τουριστικά γραφεία, αφήνοντας στα ταξί μόνο τις διαδρομές χαμηλής απόδοσης, με μεγάλο χρόνο αναμονής στην πιάτσα.
Η πλατφόρμα Freenow τονίζει σοβαρά κενά στο νομοσχέδιο, ιδίως όσον αφορά τον ρόλο και τις υποχρεώσεις των ψηφιακών πλατφορμών μεταφορών. Αφήνονται ανοιχτά ζητήματα φορολογίας, διαφάνειας και ελέγχου, χωρίς σαφή πρόβλεψη για τον τρόπο φορολόγησης προμηθειών, ΦΠΑ και υποχρεώσεων των συναλλαγών. Παράλληλα, η απουσία ποσοτικών ορίων για τον αριθμό των Ε.Ι.Χ. ανά περιοχή εγκυμονεί τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης αύξησης των οχημάτων, κυκλοφοριακής επιβάρυνσης και ανισότητας μεταξύ νόμιμων παρόχων.
Ηλεκτροκίνηση και υποδομές
Η υποχρεωτική ηλεκτροκίνηση βρίσκει αντίθετους τους επαγγελματίες των ΕΙΧ με οδηγό, λόγω έλλειψης υποδομών φόρτισης, υψηλού κόστους αγοράς και λειτουργικών προβλημάτων στις μεγάλες αποστάσεις. Ζητούν μεταβατικές περιόδους και ουσιαστικά κίνητρα ώστε η εφαρμογή να γίνει βιώσιμη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζει η Κρήτη, όπου ιδιοκτήτες ΕΙΧ διεκδικούν διαδρομές διάρκειας μισής ώρας, όπως προβλέπεται για μικρά νησιά κατά την τουριστική περίοδο.
Εισπρακτική μετατροπή δημόσιων υπηρεσιών
Σφοδρές αντιδράσεις προκαλεί και το άρθρο 38 για τον έλεγχο κομίστρου στις δημόσιες συγκοινωνίες. Ο γ.γ. του Σωματείου Εργαζομένων στο Μετρό, Σπύρος Ρεβύθης, καταγγέλλει μετατροπή του ελέγχου σε «εισπρακτικό μηχανισμό», καθώς η ανάθεση σε τρίτους εργολάβους συνδέεται με στόχους απόδοσης και οικονομικές δεσμεύσεις. Το πρόστιμο χάνει τον χαρακτήρα συμμόρφωσης και γίνεται εργαλείο επίτευξης οικονομικών σκοπών, αλλοιώνοντας τον δημόσιο χαρακτήρα των συγκοινωνιών.
Η αύξηση των προστίμων σε 100 και 50 ευρώ θεωρείται επίσης αδικαιολόγητη, αφού το ποσοστό παραβατικότητας έχει ήδη πέσει κάτω από 5%, κυρίως λόγω εντατικοποίησης των ελέγχων. Οι ειδικοί προτείνουν σύνδεση προστίμων με κάρτες απεριορίστων διαδρομών, ώστε να ενισχυθεί η κουλτούρα συνέπειας χωρίς περιττές επιβαρύνσεις.
Ανταγωνισμός και δημόσιο κόστος
Τέλος, το άρθρο 30 για τη Σχολή Οδηγών της ΟΣΥ επικρίνεται ως στρέβλωση του ανταγωνισμού και άσκοπη επιβάρυνση του δημοσίου. Προτείνεται η χρήση voucher για ιδιωτικές σχολές, με ρήτρες πενταετίας για όσους προσλαμβάνονται στην ΟΣΥ, ώστε να περιοριστεί η σπατάλη δημόσιων πόρων και να διασφαλιστεί η αξιοποίηση των επενδύσεων.
Συνολικά, το νομοσχέδιο προκαλεί οξύτατες αντιδράσεις, με τον κλάδο των ταξί να δίνει ξεκάθαρο μήνυμα στην κυβέρνηση: χωρίς ουσιαστικό διάλογο, σαφείς κανόνες και μέτρα στήριξης, οι επαγγελματίες είναι αποφασισμένοι να κλιμακώσουν τις κινητοποιήσεις και να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους.






