Η γεωστρατηγική πραγματικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο εισέρχεται σε μια εξαιρετικά ανησυχητική φάση, καθώς η Τουρκία ανακοίνωσε την ανάπτυξη και επιτυχή δοκιμή νέας έκδοσης του βαλλιστικού πυραύλου Tayfun, με εμβέλεια που φέρεται να φτάνει τα 2.500 χιλιόμετρα και ταχύτητα καθόδου κοντά στα 8 Mach. Για την τουρκική αμυντική βιομηχανία πρόκειται για ορόσημο· για την Ελλάδα όμως, είναι ένα ηχηρό καμπανάκι και μια ακόμη απόδειξη ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη κινείται με καθυστέρηση και ατολμία απέναντι σε μια απειλή που εδώ και χρόνια κλιμακώνεται.
Με τα νέα χαρακτηριστικά του Tayfun, κανένα σημείο της ελληνικής επικράτειας δεν βρίσκεται πλέον εκτός εμβέλειας. Από τον Έβρο έως την Κέρκυρα και τα Διαπόντια Νησιά, η θεωρητική δυνατότητα πλήγματος είναι δεδομένη και δημιουργεί αίσθηση στρατηγικής ομηρίας. Ο πύραυλος εκτιμάται ότι έχει κυκλικό σφάλμα περίπου 70 μέτρων, ακρίβεια ικανή να καταστήσει εκτός λειτουργίας κρίσιμες υποδομές μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Μονάδες όπως η 112 Πτέρυγα Μάχης στην Ελευσίνα, η 110 Πτέρυγα Μάχης στη Λάρισα και η 114 στην Τανάγρα μπαίνουν αντικειμενικά στο επίκεντρο του κινδύνου.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το ενδεχόμενο στοχοποίησης της 117 Πτέρυγας Μάχης στην Ανδραβίδα, που προορίζεται να φιλοξενήσει τα F-35. Η δυνατότητα της Τουρκίας να ασκεί πίεση σε τόσο κομβικές εγκαταστάσεις αποδυναμώνει την έννοια της αποτροπής και εκθέτει ένα σοβαρό κενό στρατηγικού σχεδιασμού. Το ερώτημα που προκύπτει είναι τι έχει πράξει έγκαιρα η κυβέρνηση για να θωρακίσει αυτές τις υποδομές. Η απάντηση δείχνει αποσπασματικές κινήσεις, χρονοκαθυστερήσεις και απουσία συνεκτικού σχεδίου αντιπυραυλικής άμυνας, ενώ η συζήτηση παραμένει καθηλωμένη σε συστήματα περιορισμένης εμβέλειας που δεν επαρκούν.
Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα επενδύει επιθετικά σε τεχνολογίες μακρού πλήγματος, στέλνοντας σαφές μήνυμα ισχύος και μετατρέποντας το πυραυλικό της πρόγραμμα σε εργαλείο στρατηγικής πίεσης. Η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί σε καθεστώς διαρκούς απειλής, όπου το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας ανήκει σε άλλη πλευρά. Η αδυναμία μιας ξεκάθαρης, τολμηρής απάντησης μπορεί να εκληφθεί ως πρόσκληση για περαιτέρω σκλήρυνση της τουρκικής στάσης.
Η πραγματικότητα απαιτεί αποφάσεις τώρα, όχι «κάποια στιγμή». Χρειάζεται αναβάθμιση της αντιπυραυλικής ομπρέλας, διασπορά κρίσιμων μέσων, επένδυση σε αποτρεπτικές δυνατότητες μεγάλου βεληνεκούς και ένα στρατηγικό σχέδιο που δεν θα εγκλωβίζεται στη γραφειοκρατική αδράνεια. Η ατολμία έχει κόστος — και σε αυτή τη συγκυρία, το κόστος μπορεί να αποδειχθεί εθνικά δυσβάστακτο.






