Μετά από σχεδόν 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, το Συμβούλιο των Μόνιμων Αντιπροσώπων των κρατών‑μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε την εμπορική συμφωνία ΕΕ–Mercosur, ανοίγοντας το δρόμο για την υπογραφή ενός από τα πιο φιλόδοξα εμπορικά ρήτρα στην ιστορία της Ένωσης. Η συμφωνία προβλέπει τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς άνω των 700 εκατομμυρίων καταναλωτών και στοχεύει σε σημαντική αύξηση των εξαγωγών της ΕΕ, ειδικά στον αγροδιατροφικό τομέα.
Η Κομισιόν έχει χαιρετίσει την απόφαση, επισημαίνοντας ότι οι εξαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων αναμένεται να αυξηθούν, ενώ περιλαμβάνονται μέτρα για την προστασία παραδοσιακών προϊόντων από απομιμήσεις μέσω ενισχυμένων κανόνων ΠΟΠ/ΠΓΕ. Παράλληλα, η συμφωνία ενσωματώνει μηχανισμούς προστασίας ευαίσθητων τομέων, όπως το βόειο κρέας, με στοχευμένες ποσοστώσεις εισαγωγών και εγγυήσεις διασφάλισης σε περίπτωση διαταραχής των αγορών.
Η έγκριση της συμφωνίας έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην πρωτογενή παραγωγή. Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι σε διάφορες χώρες της ΕΕ έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι η εισροή αγροτικών προϊόντων από τις χώρες της Mercosur, όπου οι κανονισμοί παραγωγής μπορεί να διαφέρουν από τους ευρωπαϊκούς, θα ασκήσει πίεση στις τιμές και στις τοπικές παραγωγές.
Μία από τις κυριότερες φήμες που κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αφορά το ενδεχόμενο στην ΕΕ να εισάγονται «κρέας με καρκίνο» ή επικίνδυνα προϊόντα από τις χώρες της Mercosur. Με βάση τα διαθέσιμα επίσημα έγγραφα και τις δηλώσεις της Κομισιόν, όμως, κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί: κάθε εισαγόμενο κρέας ή αγροδιατροφικό προϊόν θα πρέπει να πληροί απολύτως τα ίδια πρότυπα υγείας, ασφάλειας και ευζωίας που ισχύουν και για τα προϊόντα εντός της ΕΕ, με ελέγχους στα σύνορα, πιστοποιήσεις, δειγματοληψίες και συνοριακούς ελέγχους στις εγκαταστάσεις των παραγωγών.
Η συμφωνία, ενώ θεωρείται ιστορικής σημασίας για την ενίσχυση της παγκόσμιας θέσης της Ευρώπης και την προώθηση επιχειρηματικών ευκαιριών, παραμένει αντικείμενο έντονης πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης. Κράτη‑μέλη όπως η Γαλλία, η Πολωνία και η Αυστρία είχαν εκφράσει την αντίθεσή τους, κάνοντας σαφές ότι οι ανησυχίες για τον αγροτικό τομέα δεν έχουν εξαλειφθεί.






