Ο χωρισμός σπάνια αποτελεί ένα καθαρό τέλος. Ακόμη κι όταν η καθημερινότητα αλλάζει, τα σπίτια αδειάζουν και η επικοινωνία διακόπτεται, το συναισθηματικό αποτύπωμα μιας σχέσης συχνά παραμένει ζωντανό. Και αυτό, σύμφωνα με την επιστήμη, μπορεί να διαρκέσει πολύ περισσότερο απ’ όσο πιστεύουμε.
Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Ιλινόις προσπάθησαν να απαντήσουν στο διαχρονικό ερώτημα «πότε ξεπερνιέται πραγματικά ένας πρώην;». Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η διαδικασία της συναισθηματικής αποδέσμευσης είναι αργή και πολυεπίπεδη. Κατά μέσο όρο, χρειάζονται πάνω από τέσσερα χρόνια για να φτάσει κανείς περίπου στη μέση αυτής της διαδρομής, ενώ η σχεδόν πλήρης αποστασιοποίηση μπορεί να απαιτήσει έως και οκτώ χρόνια. Ακόμη κι έτσι, δεν υπάρχει εγγύηση ότι η επούλωση είναι απόλυτη.
Η μελέτη βασίστηκε σε συνεντεύξεις 328 ενηλίκων, με μέσο όρο ηλικίας τα 32 έτη, οι οποίοι είχαν βιώσει μακροχρόνιες σχέσεις διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών. Οι ερευνητές δεν περιορίστηκαν στα όσα δήλωναν συνειδητά οι συμμετέχοντες, αλλά εξέτασαν βαθύτερα ίχνη: αναμνήσεις, συναισθηματικές αντιδράσεις και την παραμένουσα αίσθηση προσκόλλησης στους πρώην συντρόφους.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι σταδιακά προχωρούν, όμως με διαφορετικούς ρυθμούς. Ο τρόπος που τελείωσε η σχέση, το πόσο έντονη ήταν η συναισθηματική σύνδεση και το αν υπάρχει επαφή μετά τον χωρισμό παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η συνεχής επικοινωνία, το αυξημένο άγχος και η έντονη συναισθηματική εξάρτηση φαίνεται να παρατείνουν την περίοδο της ανάρρωσης.
Το συμπέρασμα της έρευνας λειτουργεί καθησυχαστικά: το να χρειάζεται κανείς χρόνο για να ξεπεράσει έναν πρώην δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά φυσική ανθρώπινη αντίδραση. Οι σχέσεις αφήνουν ίχνη και η επούλωση δεν ακολουθεί κοινό χρονοδιάγραμμα. Η αυτοσυμπόνια, τα σαφή όρια και η συναισθηματική στήριξη μπορούν να κάνουν τη διαδρομή προς την επόμενη μέρα λιγότερο επώδυνη – αλλά όχι απαραίτητα σύντομη.






