Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να θυμηθούν τουλάχιστον ένα βιβλίο που διάβασαν σε νεαρή ηλικία και τους σημάδεψε.
Ένα ανάγνωσμα που δεν τους προσέφερε απλώς ψυχαγωγία, αλλά επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο και τον εαυτό τους. Το ερώτημα που απασχόλησε τα τελευταία χρόνια τους νευροεπιστήμονες είναι αν αυτή η αίσθηση της «μεταμόρφωσης» έχει πραγματική βιολογική βάση ή αν πρόκειται απλώς για μια υποκειμενική εμπειρία.
Η επιστημονική έρευνα μέχρι πρόσφατα μπορούσε να καταγράψει μόνο παροδικές αντιδράσεις του εγκεφάλου: αλλαγές που εμφανίζονται τη στιγμή που δεχόμαστε ένα ερέθισμα και εξαφανίζονται λίγο αργότερα.
Νεότερες τεχνικές απεικόνισης, όμως, επέτρεψαν για πρώτη φορά τη μελέτη πιο σταθερών μοτίβων εγκεφαλικής δραστηριότητας, ακόμη και όταν το άτομο βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας, χωρίς να εκτελεί κάποια συγκεκριμένη εργασία.
Σε αυτό το πλαίσιο σχεδιάστηκε ένα απαιτητικό πείραμα με νέους ενήλικες, ηλικίας 18 και 19 ετών. Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν καθημερινά, επί σχεδόν τρεις εβδομάδες, σε εγκεφαλικές απεικονίσεις, ενώ για εννέα συνεχόμενες ημέρες διάβαζαν αποσπάσματα από το ιστορικό μυθιστόρημα «Πομπηία» του Ρόμπερτ Χάρις.
Στόχος των ερευνητών ήταν να διαπιστώσουν αν η συστηματική και συναισθηματικά φορτισμένη ανάγνωση αφήνει ίχνη στον εγκέφαλο που επιμένουν και μετά το τέλος του βιβλίου.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, ενισχύθηκαν συνδέσεις σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται άμεσα με την κατανόηση της γλώσσας. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι ο εγκέφαλος συνεχίζει να «επεξεργάζεται» την ιστορία ακόμη και όταν ο αναγνώστης δεν διαβάζει ενεργά, σαν να επαναφέρει πρόσφατες εμπειρίες.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η διαπίστωση ότι ορισμένες αλλαγές δεν εξαφανίστηκαν αμέσως μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκαν επίμονες μεταβολές σε περιοχές που σχετίζονται με την αίσθηση και την κίνηση του σώματος. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αυτό συνδέεται με τον τρόπο που η λογοτεχνία μάς βυθίζει στην ιστορία, κάνοντάς μας να «ζούμε» τις πράξεις και τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών σαν να ήταν δικές μας εμπειρίες.
Η έρευνα ενισχύει την άποψη ότι η ανάγνωση δεν αποτελεί μια παθητική δραστηριότητα. Αντίθετα, μπορεί να ενεργοποιεί βαθύτερους μηχανισμούς του εγκεφάλου και να συμβάλλει στη διαμόρφωση της προσωπικής μας ταυτότητας. Ίσως, τελικά, η αίσθηση ότι ένα βιβλίο «μας άλλαξε» να μην είναι απλώς μια μεταφορά, αλλά μια νευροβιολογική πραγματικότητα.





