Σε ισόβια κάθειρξη καταδικάστηκαν δύο άνδρες στη Βρετανία, οι οποίοι σχεδίαζαν ένοπλη επίθεση κατά της εβραϊκής κοινότητας στο Μάντσεστερ, σε υπόθεση που οι αρχές χαρακτήρισαν ως ενδεχομένως «τη φονικότερη τρομοκρατική επίθεση» που θα μπορούσε να έχει σημειωθεί στη χώρα.
Το Δικαστήριο Πρέστον επέβαλε ελάχιστες ποινές κάθειρξης 37 και 26 ετών στους Ουαλίντ Σααντάουι, 38 ετών, και Αμάρ Χουσεΐν, 52 ετών, αφού κρίθηκαν ένοχοι για προετοιμασία τρομοκρατικών ενεργειών. Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι δύο άνδρες είχαν οργανώσει τη λαθραία εισαγωγή βαρέος οπλισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο πλαίσιο σχεδίου εμπνευσμένου από το λεγόμενο «Ισλαμικό Κράτος».
Κεντρικό ρόλο στην αποκάλυψη της υπόθεσης έπαιξε μυστικός αστυνομικός, ο οποίος παρίστανε τον ομοϊδεάτη εξτρεμιστή και κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κατηγορουμένων. Όπως ανέφερε η Αστυνομία Μείζονος Μάντσεστερ, η παρέμβασή του ήταν καθοριστική για την αποτροπή της επίθεσης.
Ο Σααντάουι φέρεται να είχε οργανώσει την εισαγωγή τεσσάρων τυφεκίων εφόδου τύπου Καλάσνικοφ, δύο πιστολιών και εκατοντάδων φυσιγγίων. Είχε μάλιστα καταβάλει προκαταβολή για τα όπλα, πιστεύοντας ότι συνεργάζεται με ακραίο ισλαμιστή, ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν αστυνομικός υπό κάλυψη.
Η αντιτρομοκρατική υπηρεσία επενέβη στις 8 Μαΐου 2024, κινητοποιώντας περισσότερους από 200 αστυνομικούς. Ο Σααντάουι συνελήφθη σε χώρο στάθμευσης ξενοδοχείου στο Μπόλτον, τη στιγμή που προσπαθούσε να παραλάβει μέρος του οπλισμού, ο οποίος είχε τεθεί εκτός λειτουργίας από τις αρχές. Λίγα λεπτά αργότερα συνελήφθησαν και ο Χουσεΐν, καθώς και ο αδελφός του Σααντάουι, Μπιλέλ Σααντάουι.
Κατά τη διάρκεια της δίκης αποκαλύφθηκε ότι ο βασικός κατηγορούμενος σχεδίαζε να σκοτωθεί κατά την επίθεση, έχοντας συντάξει ακόμη και διαθήκη, ενώ είχε αφήσει στον αδελφό του μεγάλα χρηματικά ποσά για την οικονομική στήριξη της οικογένειάς του.
Ο Μπιλέλ Σααντάουι, 36 ετών, καταδικάστηκε για απόκρυψη πληροφοριών σχετικά με τρομοκρατικές ενέργειες και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι ετών. Οι βρετανικές αρχές τονίζουν ότι η υπόθεση καταδεικνύει τον συνεχιζόμενο κίνδυνο της τρομοκρατίας, αλλά και τη σημασία της έγκαιρης δράσης των υπηρεσιών ασφαλείας.






