Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κινούνται με ταχύτητα προκειμένου να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο συμφωνίας για το μέλλον της Γροιλανδίας, που θα επιτρέψει στον Ντόναλντ Τραμπ να εμφανιστεί πολιτικά κερδισμένος, χωρίς όμως να τιναχτεί στον αέρα η συμμαχία που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Στο τραπέζι βρίσκονται σενάρια που κυμαίνονται από την ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας του ΝΑΤΟ στην Αρκτική μέχρι παραχωρήσεις προς τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της εκμετάλλευσης ορυκτών πόρων. Η κυρίαρχη λογική που φαίνεται να επικρατεί στις Βρυξέλλες είναι ο κατευνασμός και όχι η μετωπική σύγκρουση με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Η κινητικότητα αυτή έρχεται ως απάντηση στις πρόσφατες δηλώσεις του Τραμπ, ο οποίος υποστήριξε ανοιχτά ότι οι ΗΠΑ «χρειάζονται» τη Γροιλανδία και άφησε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο απόκτησής της με τη χρήση βίας. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιούνται επαφές υψηλού επιπέδου, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της Γροιλανδίας και της Δανίας, αλλά και κορυφαίων αξιωματούχων της αμερικανικής κυβέρνησης, σε μια προσπάθεια να διερευνηθούν τα περιθώρια συμφωνίας.
Σύμφωνα με Ευρωπαίους διπλωμάτες, ένα πιθανό σενάριο περιλαμβάνει μια συμφωνία που θα δίνει στον Τραμπ ένα αφήγημα «νίκης» για εσωτερική κατανάλωση. Αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί σε αυξημένες ευρωπαϊκές δεσμεύσεις για την ασφάλεια της Αρκτικής, αλλά και σε εγγυήσεις ότι αμερικανικές εταιρείες θα έχουν πρόσβαση και μερίδιο στα μελλοντικά κέρδη από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της Γροιλανδίας. Ο βασικός στόχος του Τραμπ, όπως εκτιμάται, είναι να παρουσιάσει το ζήτημα ως επιτυχία της προεδρίας του.
Στον τομέα της άμυνας, η συζήτηση για ενίσχυση της παρουσίας του ΝΑΤΟ στην Αρκτική έχει ήδη ανοίξει, με το ενδεχόμενο μεγαλύτερων επενδύσεων από τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη να θεωρείται ρεαλιστικό. Ένα τέτοιο βήμα θα εξυπηρετούσε και τη διαχρονική απαίτηση της Ουάσιγκτον να αναλάβει η Ευρώπη μεγαλύτερο βάρος για τη δική της ασφάλεια. Αντίθετα, το ζήτημα της εξόρυξης κρίσιμων πρώτων υλών παραμένει πιο ασαφές, καθώς οι δυνατότητες αξιοποίησης τους στη Γροιλανδία είναι προς το παρόν περιορισμένες και τα επενδυτικά σχέδια δεν θεωρούνται άμεσα αποδοτικά.
Η Δανία εδώ και χρόνια αναζητά επενδυτές για μεγάλης κλίμακας έργα στη Γροιλανδία, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, αφού οι διεθνείς αγορές προσφέρουν φθηνότερες εναλλακτικές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο, εξετάζει το ενδεχόμενο να αυξήσει σημαντικά τη χρηματοδότηση προς το νησί στον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της, συμπεριλαμβάνοντας και έργα που αφορούν κρίσιμες πρώτες ύλες. Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για μια μορφή συνεπένδυσης με τις ΗΠΑ.
Παρά ταύτα, αρκετοί διπλωμάτες επισημαίνουν ότι, αν το πραγματικό ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον ήταν αποκλειστικά τα ορυκτά, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν ήδη να έχουν επενδύσει, καθώς η Κοπεγχάγη έχει επανειλημμένα απευθύνει σχετικές προσκλήσεις στο παρελθόν, οι οποίες δεν βρήκαν ανταπόκριση. Άλλοι εκτιμούν ότι η πίεση του Τραμπ συνδέεται περισσότερο με τη γεωπολιτική αντιπαράθεση με Κίνα και Ρωσία, κάτι που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με αυξημένη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο νησί.
Υπάρχει, τέλος, και η εκτίμηση ότι ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει κυρίως να αφήσει ιστορικό αποτύπωμα, παρουσιάζοντας την προεδρία του ως εκείνη που «μεγάλωσε» τις Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο πολιτικά, αλλά και γεωγραφικά.
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ο βασικός στόχος παραμένει η αποφυγή μιας στρατιωτικής σύγκρουσης. Μια άμεση αμερικανική επέμβαση στη Γροιλανδία θα ισοδυναμούσε, σύμφωνα με πολλούς αξιωματούχους, με την κατάρρευση της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας και ουσιαστικά με το τέλος του ΝΑΤΟ, καθώς η Συμμαχία δεν έχει προβλέψει ποτέ το ενδεχόμενο επίθεσης ενός μέλους εναντίον άλλου.
Παρότι επισήμως απορρίπτεται κατηγορηματικά κάθε ιδέα «παράδοσης» της Γροιλανδίας, οι κινήσεις των Βρυξελλών αποκαλύπτουν τον φόβο μιας ανοιχτής ρήξης με την Ουάσιγκτον. Πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι παραδέχονται ότι η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή και ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε κατάσταση αμηχανίας και ανησυχίας, μπροστά σε μια πρόκληση που απειλεί να ανατρέψει δεκαετίες σταθερών συμμαχιών.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όπως αναγνωρίζεται, είναι ότι οι Ευρωπαίοι δεν είχαν προετοιμαστεί επαρκώς για ένα τέτοιο σενάριο. Για χρόνια απέφευγαν να επεξεργαστούν σχέδια αντίδρασης στις απειλές του Τραμπ, φοβούμενοι ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να κλιμακώσει την ένταση. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα αναγκάζονται να αυτοσχεδιάζουν, αναζητώντας εκ των υστέρων τα εργαλεία με τα οποία μπορούν να απαντήσουν στις πιέσεις των ΗΠΑ.
Πολλοί εκτιμούν ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη κρίση ασφάλειας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ότι δεν διαθέτει έτοιμο πλαίσιο διαχείρισης για μια τέτοια απειλή, ειδικά όταν αυτή προέρχεται από τον ίδιο της τον βασικό σύμμαχο. Όπως παραδέχονται διπλωμάτες, η Ευρώπη γνωρίζει πώς να αντιδρά σε προκλήσεις από αντιπάλους όπως η Ρωσία, όχι όμως σε μια τόσο επιθετική στάση εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών.






