Ουκρανία: Έκλεισαν 4 χρόνια σύγκρουσης – Ο πιο αιματηρός πόλεμος στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο

Κοινοποίηση:
fsdf

Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής, ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει η πιο αιματηρή σύγκρουση που έχει γνωρίσει η ευρωπαϊκή ήπειρος από τον Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Παρά τις συνεχείς διπλωματικές πρωτοβουλίες και τις επανειλημμένες διαβουλεύσεις, δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη ένα σαφές πλαίσιο για τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Το μέτωπο παραμένει ενεργό, οι ανθρώπινες απώλειες αυξάνονται και οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται διαρκώς.

Ο ακριβής απολογισμός των θυμάτων εξακολουθεί να είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών για το 2025 κάνουν λόγο για περίπου 15.000 νεκρούς αμάχους και πάνω από 40.000 τραυματίες, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι πραγματικοί αριθμοί ενδέχεται να είναι σημαντικά υψηλότεροι, ιδίως στις περιοχές που τελούν υπό ρωσικό έλεγχο και όπου η πρόσβαση ανεξάρτητων παρατηρητών είναι περιορισμένη. Παράλληλα, επιθέσεις σε ρωσικές παραμεθόριες ζώνες έχουν προκαλέσει και εκεί εκατοντάδες θύματα.

Σε ό,τι αφορά τις στρατιωτικές απώλειες, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει αναφέρει ότι από το 2022 έχουν σκοτωθεί περίπου 55.000 Ουκρανοί στρατιώτες, αν και εκτιμάται πως ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι μεγαλύτερος, δεδομένων των πολλών αγνοουμένων. Η ρωσική πλευρά δεν δημοσιοποιεί επίσημα στοιχεία· ωστόσο, έρευνες της ρωσικής υπηρεσίας του BBC και του ανεξάρτητου μέσου Mediazona, που βασίζονται σε ανοιχτές πηγές, ανεβάζουν τους νεκρούς Ρώσους στρατιώτες σε πάνω από 177.000. Το αμερικανικό think tank Center for Strategic and International Studies εκτιμά ακόμη υψηλότερες απώλειες, κάνοντας λόγο για εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και από τις δύο πλευρές. Την ίδια ώρα, περίπου έξι εκατομμύρια Ουκρανοί έχουν εγκαταλείψει τη χώρα και ζουν ως πρόσφυγες στο εξωτερικό.

Οι υλικές καταστροφές είναι τεράστιες. Μεγάλες εκτάσεις της ανατολικής Ουκρανίας έχουν υποστεί εκτεταμένες ζημιές, με πόλεις όπως η Μπαχμούτ να έχουν σχεδόν ισοπεδωθεί. Οι επανειλημμένες επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις έχουν αποδυναμώσει σοβαρά το ηλεκτρικό δίκτυο, προκαλώντας διακοπές ρεύματος και θέρμανσης, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες. Επιπλέον, σημαντικό μέρος της χώρας θεωρείται ναρκοθετημένο, γεγονός που καθιστά επικίνδυνη τόσο την επιστροφή των εκτοπισμένων όσο και την αγροτική και βιομηχανική δραστηριότητα. Το συνολικό κόστος ανοικοδόμησης εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 500 δισεκατομμύρια ευρώ σε ορίζοντα δεκαετίας, σύμφωνα με κοινές αξιολογήσεις της ουκρανικής κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΗΕ.

Στο στρατιωτικό πεδίο, μετά τις μεγάλες μετακινήσεις γραμμών το 2022 και το 2023, η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε πόλεμο φθοράς. Οι επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται από αργές προωθήσεις, εκτεταμένη χρήση πυροβολικού και drones και υψηλό κόστος σε ανθρώπινες ζωές για περιορισμένα εδαφικά κέρδη. Η Ρωσία ελέγχει περίπου το ένα πέμπτο της ουκρανικής επικράτειας, με το επίκεντρο των μαχών να βρίσκεται στο Ντονμπάς. Σύμφωνα με το Institut d’etudes de la guerre, σχεδόν ολόκληρη η περιφέρεια του Λουχάνσκ και το μεγαλύτερο μέρος του Ντονέτσκ βρίσκονται υπό ρωσικό έλεγχο, ενώ ρωσικές δυνάμεις διατηρούν παρουσία και σε τμήματα της Χερσώνας και της Ζαπορίζια.

Σε διπλωματικό επίπεδο, από το 2025 έχουν ξεκινήσει νέες προσπάθειες για κατάπαυση του πυρός, με την ενθάρρυνση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Συνομιλίες έχουν διεξαχθεί σε διάφορες πόλεις, χωρίς όμως ουσιαστική πρόοδο. Το βασικό σημείο τριβής παραμένει το εδαφικό ζήτημα: η Μόσχα ζητά πλήρη αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από περιοχές που θεωρεί δικές της, ενώ το Κίεβο απορρίπτει κάθε τέτοιο ενδεχόμενο. Η ουκρανική πλευρά επιδιώκει άμεση κατάπαυση του πυρός, ενώ η ρωσική υποστηρίζει ότι απαιτείται πρώτα ένα σαφές και δεσμευτικό πλαίσιο για μια μακροπρόθεσμη συμφωνία.

Οι οικονομικές συνέπειες είναι επίσης βαθιές. Η ρωσική οικονομία έχει αντέξει σε σημαντικό βαθμό τις δυτικές κυρώσεις, στρέφοντας τις ενεργειακές της εξαγωγές προς άλλες αγορές και ενισχύοντας τη βιομηχανική παραγωγή μέσω στρατιωτικών δαπανών. Παρ’ όλα αυτά, η έλλειψη εργατικού δυναμικού, ο πληθωρισμός και η πίεση στα δημόσια οικονομικά δημιουργούν ενδείξεις κόπωσης. Από την άλλη πλευρά, η ουκρανική οικονομία έχει συρρικνωθεί δραματικά από το 2022, με σημαντική απώλεια ΑΕΠ, καταστροφή υποδομών και μαζική μετανάστευση εργατικού δυναμικού. Η μερική ανάκαμψη που καταγράφεται εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνεχιζόμενη δυτική οικονομική και στρατιωτική στήριξη.

Η διεθνής διάσταση της σύγκρουσης παραμένει καθοριστική. Η Ευρώπη έχει αναδειχθεί σε βασικό χρηματοδότη της Ουκρανίας, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, που από το 2022 παρείχαν σημαντική βοήθεια, έχουν επανεξετάσει τη στάση τους υπό τη νέα πολιτική ηγεσία. Σύμφωνα με το γερμανικό Ινστιτούτο Κιέλου, η Ουκρανία έχει παραλάβει εκτεταμένο στρατιωτικό εξοπλισμό από τους συμμάχους της. Την ίδια στιγμή, η Ρωσία έχει ενισχυθεί με πυρομαχικά και στρατιωτική υποστήριξη από τη Βόρεια Κορέα, καθώς και με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραυλικά συστήματα από το Ιράν. Δυτικές κυβερνήσεις κατηγορούν επίσης την Κίνα ότι συμβάλλει έμμεσα στην ενίσχυση της ρωσικής οικονομίας, βοηθώντας τη Μόσχα να παρακάμπτει τις κυρώσεις.

Συνολικά, ο πόλεμος έχει εξελιχθεί σε μια παρατεταμένη σύγκρουση φθοράς με παγκόσμιες προεκτάσεις. Το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος αυξάνεται, οι γραμμές του μετώπου μεταβάλλονται αργά και η ειρήνη παραμένει αβέβαιη, σε ένα περιβάλλον όπου οι στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές παράμετροι αλληλοεπηρεάζονται διαρκώς.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

Leave a Response