Μιλώντας την Πέμπτη στην Ουάσιγκτον, ο Αμερικανός πρόεδρος σημείωσε ότι η άνοδος των τιμών του πετρελαίου μπορεί να αποφέρει οικονομικά οφέλη για τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η χώρα αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς ενέργειας παγκοσμίως. Ωστόσο, τόνισε ότι το βασικό ζητούμενο για την αμερικανική πολιτική παραμένει ένα: να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν.
Η δήλωση αυτή έρχεται σε μια περίοδο που η σύγκρουση μεταξύ Ιράν, Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ έχει οδηγήσει σε έντονη αναστάτωση στις αγορές πετρελαίου. Οι ανησυχίες για πιθανό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. από όπου περνά μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας, έχουν προκαλέσει νευρικότητα σε επενδυτές και ενεργειακές εταιρείες.
Αμερικανοί αξιωματούχοι επιμένουν ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει την πίεση προς την Τεχεράνη, υποστηρίζοντας ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα αποτελεί απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής και την παγκόσμια ασφάλεια.
Οι δηλώσεις Τραμπ εντάσσονται σε ένα ευρύτερο κλίμα γεωπολιτικής έντασης, καθώς οι στρατιωτικές κινήσεις στην περιοχή έχουν αυξηθεί και αρκετές χώρες προετοιμάζονται για πιθανές επιπτώσεις στην ενεργειακή τροφοδοσία.
Την ίδια στιγμή, η σύγκρουση έχει αρχίσει να προκαλεί σοβαρές παρενέργειες και σε άλλες κρίσιμες αγορές ενέργειας και πρώτων υλών. Η διακοπή λειτουργίας μεγάλων εγκαταστάσεων επεξεργασίας φυσικού αερίου στο Κατάρ, εξαιτίας της αστάθειας που προκαλεί ο πόλεμος, έχει οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών του ηλίου, ενός αερίου ζωτικής σημασίας για τη βιομηχανία ημιαγωγών, την ιατρική απεικόνιση και την αεροδιαστημική τεχνολογία.
Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, οι τιμές του ηλίου έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από την έναρξη της κρίσης, καθώς το Κατάρ αποτελεί έναν από τους βασικότερους προμηθευτές παγκοσμίως. Επειδή το αέριο παράγεται ως υποπροϊόν της επεξεργασίας φυσικού αερίου, οποιαδήποτε διακοπή στις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου επηρεάζει άμεσα και την παγκόσμια προσφορά ηλίου.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή παραταθεί για εβδομάδες ή μήνες, η παγκόσμια αγορά ενέργειας και τεχνολογικών πρώτων υλών ενδέχεται να δεχθεί ακόμη ισχυρότερα πλήγματα, με αλυσιδωτές επιπτώσεις σε βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας αλλά και στην παγκόσμια οικονομία.






