Νέα διεθνής μελέτη από το Michigan State University αμφισβητεί την αντίληψη ότι ο ναρκισσισμός χαρακτηρίζει συγκεκριμένους λαούς περισσότερο από άλλους. Η έρευνα, που βασίστηκε σε απαντήσεις 45.000 ατόμων από 53 χώρες, δείχνει ότι τα χαρακτηριστικά αυτά εμφανίζονται σε όλες τις κοινωνίες, με διαφορετικές εκφάνσεις και εντάσεις.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η Γερμανία καταγράφει τα υψηλότερα συνολικά επίπεδα ναρκισσισμού, ενώ στην πρώτη πεντάδα βρίσκονται επίσης το Ιράκ, η Κίνα, το Νεπάλ και η Νότια Κορέα. Αντίθετα, τις χαμηλότερες τιμές εμφάνισαν η Σερβία, η Ιρλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ολλανδία και η Δανία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατατάχθηκαν στο ανώτερο τρίτο της λίστας, αλλά όχι στην κορυφή, υπογραμμίζοντας ότι η δημόσια εικόνα δεν αντικατοπτρίζει πάντα τα δεδομένα.
Οι ερευνητές εντόπισαν κοινά μοτίβα ανεξαρτήτως χώρας: οι νεότερες ηλικίες εμφανίζουν υψηλότερο ναρκισσισμό, τα άτομα με υψηλότερη κοινωνική ή επαγγελματική θέση αξιολογούνται υψηλότερα, ενώ οι άνδρες σημειώνουν μεγαλύτερες τιμές από τις γυναίκες, γεγονός που συνδέεται με βαθιά ριζωμένες κοινωνικές αντιλήψεις για την ανδρική κυριαρχία.
Ο ναρκισσισμός διακρίνεται σε δύο βασικές διαστάσεις: η ναρκισσιστική επιβεβαίωση (admiration), που αφορά την υπερβολική αυτοεκτίμηση και προβολή επιτευγμάτων, και η ναρκισσιστική ανταγωνιστικότητα (rivalry), που σχετίζεται με συγκρούσεις και έντονη αμυντικότητα. Η μελέτη έδειξε ότι χώρες με συλλογικές κουλτούρες δεν καταγράφουν απαραίτητα χαμηλότερα επίπεδα, πιθανώς λόγω μεγαλύτερης έμφασης στις κοινωνικές συγκρίσεις και τις ιεραρχίες.
Η Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται στην έρευνα, αλλά οι ερευνητές τονίζουν ότι ο ναρκισσισμός δεν έχει «διαβατήριο»: εμφανίζεται παντού, άλλοτε ως αυτοπεποίθηση και άλλοτε ως ανταγωνισμός, επηρεαζόμενος από την ηλικία, το κοινωνικό περιβάλλον και τις δομές της κοινωνίας. Όπως καταλήγουν, η πραγματική πρόκληση δεν είναι να συγκρίνουμε χώρες, αλλά να κατανοήσουμε πότε και γιατί ο ναρκισσισμός γίνεται πρόβλημα.





