Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να συνδέσει τη χαμηλή δασμολογική πρόσβαση των κινεζικών επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή αγορά με το άνοιγμα της κινεζικής οικονομίας προς τις ευρωπαϊκές εταιρείες, ξεκαθάρισε ο Ευρωπαίος επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς.
Μιλώντας μετά τη συνεδρίαση των υπουργών Εμπορίου της ΕΕ στην Κύπρο, ο Σέφτσοβιτς έθεσε στο επίκεντρο το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα της Ένωσης με την Κίνα, το οποίο ανήλθε πέρυσι στα 359 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Όπως σημείωσε, πρόκειται για επίπεδο που δεν μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος τόνισε ότι το υφιστάμενο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα χρειάζεται επανεξισορρόπηση και κάλεσε τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου να επαναφέρει τους κανόνες του «ευ αγωνίζεσθαι» στο διεθνές εμπόριο. Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί στο τραπέζι της επικείμενης συνόδου των 166 μελών του οργανισμού στην Αφρική.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ορισμένες χώρες έχουν αυξήσει θεαματικά το μερίδιό τους στο παγκόσμιο εμπόριο, διατηρώντας όμως τις εσωτερικές τους αγορές σε μεγάλο βαθμό κλειστές. Η Κίνα, που εντάχθηκε στον ΠΟΕ το 2001, ωφελήθηκε σημαντικά από το καθεστώς των ευνοούμενων δασμών, χωρίς, όπως υποστηρίζεται από τις Βρυξέλλες, να προσαρμόσει αντίστοιχα το επίπεδο πρόσβασης για τις ξένες επιχειρήσεις.
Ο Σέφτσοβιτς μίλησε για ανάγκη «ειλικρινούς και σοβαρής συζήτησης» γύρω από το πώς λειτουργεί το σύστημα, υπογραμμίζοντας ότι όταν αυξάνεται το βάρος μιας χώρας στο παγκόσμιο εμπόριο, θα πρέπει να αυξάνονται και οι υποχρεώσεις της. Όπως είπε χαρακτηριστικά, πρέπει να υπάρχει σαφής σύνδεση ανάμεσα στους χαμηλούς δασμούς και στον πραγματικό βαθμό ανοίγματος μιας αγοράς.
Παρότι αναγνώρισε ότι ο διάλογος με το Πεκίνο έχει αποδώσει επιμέρους αποτελέσματα, όπως στο θέμα των αδειών εξαγωγής σπάνιων γαιών, επεσήμανε ότι οι βαθύτερες διαρθρωτικές ανισορροπίες παραμένουν. Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το μήνυμα είναι σαφές: χωρίς αμοιβαιότητα, η πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.






