Λίγες μέρες πριν από τη συνάντηση με τους αγρότες, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε να δείξει ποιο είναι το πραγματικό της πρόσωπο: εχθρική, επικοινωνιακά χειραγωγική και ανάλγητη. Το Μέγαρο Μαξίμου, αντί να καθίσει στο τραπέζι του διαλόγου, εξαπέλυσε ασύστολες επιθέσεις κατά των αγροτών, ταυτιζόμενο πλήρως με την ρητορική του Άδωνη Γεωργιάδη, αποδεικνύοντας ότι οι υπουργοί λειτουργούν απλώς ως «λαγοί» του πρωθυπουργού.
Η κυβέρνηση δεν περιορίζεται σε επικοινωνιακά παιχνίδια. Με χαρακτηρισμούς όπως «φασιστικές ενέργειες» για τις αγροτικές κινητοποιήσεις, επιχειρεί να δαιμονοποιήσει τον αγώνα των πολιτών, παραβιάζοντας την ίδια τη λογική και την έννοια των όρων που χρησιμοποιεί. Η ρητορική Μαρινάκη και Γεωργιάδη μετατρέπει τις νόμιμες διεκδικήσεις σε «παραβατικότητα», φορτώνοντας στους αγρότες την ευθύνη για τις δυσκολίες που δημιουργεί η ίδια η κυβέρνηση με την αδιαφορία και την ανικανότητά της.
Ο πρωθυπουργός, από την πλευρά του, επαναλαμβάνει ότι οι πόροι είναι περιορισμένοι και ότι δεν υπάρχει περιθώριο για παραπάνω βοήθεια, αδιαφορώντας πλήρως για την πραγματικότητα που βιώνουν οι αγρότες. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση βλέπει τις κινητοποιήσεις μόνο ως επικοινωνιακό πρόβλημα και όχι ως κοινωνικό αίτημα.
Η στρατηγική της είναι καθαρή: τρομοκράτηση, καταστολή και απαξίωση. Με απειλές για πρόστιμα και ποινικές διώξεις, η κυβέρνηση ναρκοθετεί εκ των προτέρων οποιοδήποτε διάλογο και στέλνει μήνυμα σε όλους τους πολίτες: το κράτος δεν διαπραγματεύεται, εκβιάζει και τιμωρεί.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποδεικνύει ότι δεν ενδιαφέρεται για κοινωνική δικαιοσύνη, για ουσιαστική πολιτική ή για την επίλυση προβλημάτων. Ο μοναδικός της στόχος είναι η διατήρηση μιας εικόνας «νόμου και τάξης», ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να διαστρεβλώνει την αλήθεια, να υιοθετεί ακροδεξιά ρητορική και να καταστέλλει νόμιμες κινητοποιήσεις πολιτών. Η χώρα γίνεται μάρτυρας μιας κυβέρνησης που φοβάται τη φωνή του λαού και προσπαθεί να την αδρανοποιήσει με κάθε μέσο.





