Σε εκτεταμένη απαγόρευση λογισμικού κυβερνοασφάλειας δυτικής προέλευσης προχώρησαν τις τελευταίες ημέρες οι κινεζικές Αρχές, ζητώντας από εγχώριες εταιρείες να διακόψουν τη χρήση προϊόντων που παράγονται από περισσότερες από δώδεκα αμερικανικές και ισραηλινές εταιρείες, επικαλούμενες σοβαρές ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια, σύμφωνα με τρεις πηγές με γνώση του θέματος.
Η κίνηση εντάσσεται στο πλαίσιο της κλιμακούμενης τεχνολογικής και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς το Πεκίνο επιταχύνει τη στρατηγική αντικατάστασης δυτικής τεχνολογίας με εγχώριες λύσεις, ειδικά σε τομείς κρίσιμους για την ασφάλεια και τις υποδομές.
Στη λίστα των εταιρειών των οποίων το λογισμικό φέρεται να τέθηκε εκτός περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι VMware (Broadcom), Palo Alto Networks, Fortinet, CrowdStrike, SentinelOne, McAfee, Rapid7, καθώς και οι ισραηλινές Check Point Software Technologies, CyberArk, Orca Security και Cato Networks. Σύμφωνα με πηγές, η απαγόρευση επεκτείνεται και σε εταιρείες που έχουν εξαγοραστεί πρόσφατα, όπως η Imperva, που πέρασε το 2023 στον γαλλικό όμιλο Thales.
Οι κινεζικές Αρχές φέρονται να εκφράζουν ανησυχία ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα θα μπορούσαν να συλλέγουν ή να μεταδίδουν ευαίσθητα δεδομένα στο εξωτερικό, δεδομένου ότι το λογισμικό κυβερνοασφάλειας έχει βαθιά πρόσβαση σε εταιρικά δίκτυα και συστήματα. Μέχρι στιγμής, ούτε η Cyberspace Administration of China ούτε το Υπουργείο Βιομηχανίας και Πληροφορικής έχουν τοποθετηθεί επίσημα.
Αρκετές από τις εταιρείες δήλωσαν ότι δεν έχουν ουσιαστική επιχειρηματική παρουσία στην Κίνα, υποβαθμίζοντας τον άμεσο οικονομικό αντίκτυπο. Ωστόσο, η είδηση προκάλεσε αρνητικές αντιδράσεις στις αγορές, με τη μετοχή της Broadcom να καταγράφει απώλειες άνω του 5%, ενώ πτώση σημείωσαν και οι Palo Alto Networks και Fortinet.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χρονική συγκυρία, καθώς Ουάσιγκτον και Πεκίνο βρίσκονται σε εύθραυστη εμπορική εκεχειρία και προετοιμάζονται για επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα τον Απρίλιο του 2026. Κινέζοι αναλυτές εκτιμούν ότι το Πεκίνο επιδιώκει να θωρακίσει κρίσιμες ψηφιακές υποδομές, φοβούμενο πιθανή εκμετάλλευση δυτικού εξοπλισμού για κατασκοπεία ή σαμποτάζ.
Στο εσωτερικό της χώρας, η Κίνα προωθεί συστηματικά εγχώριους παρόχους κυβερνοασφάλειας, όπως οι 360 Security Technology και Neusoft, ενισχύοντας την τεχνολογική αυτάρκεια σε έναν τομέα που θεωρείται πλέον ζήτημα εθνικής κυριαρχίας.





