Ενώ επισήμως προβάλλεται εικόνα «καλού κλίματος» ανάμεσα στον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη και τον κατοχικό ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν, η πραγματικότητα στο έδαφος είναι εντελώς αντίθετη. Την ίδια στιγμή που σε Αθήνα και Λευκωσία κυριαρχεί ένας λόγος καθησυχαστικός, η Τουρκία κλιμακώνει συστηματικά και επιθετικά τη στρατιωτική της παρουσία στα κατεχόμενα, σε μια από τις πιο εντυπωσιακές ποιοτικές και ποσοτικές αναβαθμίσεις των τελευταίων δεκαετιών.
Από τα τέλη Οκτωβρίου έως τις αρχές Νοεμβρίου, τουλάχιστον τρία φορτία με βαρύ οπλισμό εκφορτώθηκαν στο κατεχόμενο λιμάνι της Αμμοχώστου: αυτοκινούμενα πυροβόλα FIRTINA, ρυμουλκούμενα πυροβόλα, αντιαρματικά, drones, ΤΟΜΑ, και άγνωστης έκτασης στρατιωτικό προσωπικό που μεταφέρεται εδώ και μήνες καλυμμένο ως «τουρισμός». Πρόκειται για οργανωμένη στρατιωτική αναβάθμιση επιπέδου Στρατιάς, με δομές πεζικού, πυροβολικού, αεράμυνας, ναυτικών μονάδων και ηλεκτρονικού πολέμου.
Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα δηλώνει ανοιχτά ότι σχεδιάζει να αυξήσει τους στρατιώτες στα κατεχόμενα στις 100.000, ενώ ο διοικητής των τουρκικών δυνάμεων αναβαθμίζεται για πρώτη φορά σε Αντιστράτηγο, δείγμα της πρόθεσης να παγιωθεί ένα πλήρως ανεπτυγμένο εκστρατευτικό σώμα, έτοιμο για επιχειρήσεις σε όλο το εύρος της Ανατολικής Μεσογείου.
Όλα αυτά παρουσιάζονται από τα τουρκικά ΜΜΕ ως «απάντηση» στη διεθνή στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο, όμως στην ουσία εντάσσονται στο μακροχρόνιο τουρκικό σχέδιο για πλήρη έλεγχο της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας» και δημιουργία ζώνης άρνησης πρόσβασης 280 χιλιομέτρων απέναντι στα ελληνικά νησιά, με ραντάρ, πυραυλικά συστήματα ATMACA και UAV σε μόνιμη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Και ενώ όλα αυτά είναι γνωστά και διαρκώς κλιμακούμενα, Αθήνα και Λευκωσία παραμένουν σε κατάσταση ανεξήγητης αδράνειας.
Αντί να προχωρήσουν σε αποφασιστικές πολιτικές και στρατιωτικές κινήσεις, επιμένουν σε έναν παλιό και αποδεδειγμένα αναποτελεσματικό δρόμο: δηλώσεις, ψηφίσματα, «διαβήματα», ατέρμονες προσφυγές σε διεθνείς οργανισμούς που εδώ και δεκαετίες έχουν αφήσει την Κύπρο εκτεθειμένη και την Ελλάδα μόνη απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Την ώρα που η Άγκυρα υλοποιεί στρατηγικά σχέδια δεκαετίας, η Αθήνα περιορίζεται σε ρητορική περί «ψυχραιμίας» και «διαλόγου» χωρίς καμία αποτρεπτική ισχύ.
Η στάση αυτή όχι μόνο δεν συγκρατεί την Τουρκία — την ενθαρρύνει. Στέλνει το μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει ούτε τα μέσα που διαθέτει ούτε το διεθνές περιβάλλον που θα μπορούσε να αξιοποιήσει υπέρ της. Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρώπη που αρχίζει να πιστεύει ότι όλα βαίνουν καλώς, ενώ η Άγκυρα χτίζει αθόρυβα τις προϋποθέσεις για νέα τετελεσμένα.
Και όλα αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία νιώθει αποκλεισμένη από τα ενεργειακά σχέδια της Ανατολικής Μεσογείου, φοβάται μια πιθανή εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ, και επιχειρεί να «ανακτήσει πρωτοβουλία» μέσω προκλήσεων. Το τουρκικό καθεστώς έχει στήσει έναν μηχανισμό προπαγάνδας που λειτουργεί αδιάκοπα, δοκιμάζει αντιδράσεις, και εκμεταλλεύεται κάθε πολιτική αδυναμία στην Αθήνα για να μετακινεί τη γραμμή των τετελεσμένων όλο και πιο ανατολικά.
Με απλά λόγια: η τουρκική στρατηγική προχωρά. Η ελληνική κυβερνητική αντίδραση όχι.
Και η ιστορία έχει δείξει ότι η ατολμία της ελληνικής πλευράς πληρώνεται ακριβά. Η ενίσχυση της άμυνας, η αποφασιστική διπλωματία, η ενεργοποίηση νέων συμμαχιών και μια πραγματικά αποτρεπτική στρατηγική δεν είναι πλέον επιλογές — είναι αναγκαιότητα για να μη βρεθεί η χώρα προ τετελεσμένων. Η ανοχή απέναντι στην τουρκική στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια εθνικού εδάφους ή κυριαρχικών δικαιωμάτων, κάτι που καμία κυβέρνηση δεν δικαιούται να επιτρέψει.






