Η φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου κατέγραψε μια σαφή μετατόπιση στη στρατηγική σκέψη της Ευρώπης, με τους ηγέτες της να παραδέχονται ότι η εποχή της δεδομένης αμερικανικής ομπρέλας στην άμυνα έχει περάσει. Το μήνυμα ήταν καθαρό: η ήπειρος οφείλει να σταθεί περισσότερο στα δικά της πόδια, σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο απρόβλεπτο.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, περιέγραψε εύγλωττα το κλίμα, μιλώντας για όρια που έχουν ξεπεραστεί ανεπιστρεπτί. Πίσω από τις δηλώσεις, οι Ευρωπαίοι αναγνωρίζουν ότι η σχέση με την Ουάσιγκτον έχει εισέλθει σε φάση αβεβαιότητας, ιδίως μετά τη σκληρή ρητορική του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και τις αμφιβολίες για τη μακροπρόθεσμη δέσμευση των ΗΠΑ στη συλλογική άμυνα του ΝΑΤΟ.
Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να διανύει το πέμπτο του έτος και τη Ρωσία να θεωρείται διαρκής απειλή, κορυφαίοι Ευρωπαίοι ηγέτες –μεταξύ τους ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο Βρετανός πρωθυπουργός Κίρ Σταρμερ– τάχθηκαν υπέρ της ενίσχυσης ενός ισχυρού «ευρωπαϊκού πυλώνα» εντός του ΝΑΤΟ. Στόχος είναι μια Ευρώπη ικανή να υπερασπιστεί τον εαυτό της ακόμη και αν η αμερικανική στήριξη περιοριστεί.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η αναφορά του Μερτς σε διερευνητικές συνομιλίες με το Παρίσι για μια πιθανή ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή. Η Γαλλία, με το μοναδικό πλήρως ανεξάρτητο πυρηνικό οπλοστάσιο στην Ευρώπη, βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης, την ώρα που αυξάνονται οι φόβοι ότι η αμερικανική πυρηνική εγγύηση δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτονόητη.
Στο οικονομικό σκέλος, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν σε αύξηση των βασικών αμυντικών δαπανών στο 3,5% του ΑΕΠ, με επιπλέον επενδύσεις στην ευρύτερη ασφάλεια. Η Κομισιόν επισημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες έχουν εκτοξευθεί από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ κοινά προγράμματα για πυραυλικά και αντιβαλλιστικά συστήματα βρίσκονται ήδη στα σκαριά.
Ωστόσο, το τοπίο δεν είναι χωρίς αγκάθια. Προγράμματα όπως το FCAS για τα μαχητικά νέας γενιάς σκοντάφτουν σε διαφωνίες, ενώ το δίλημμα «αγοράζουμε ευρωπαϊκά ή ανοίγουμε την αγορά» φανερώνει τις εσωτερικές αντιθέσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παρέμβαση του προέδρου της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι λειτούργησε ως υπενθύμιση της πραγματικότητας του πολέμου: αν η Ευρώπη δεν επιταχύνει τις αποφάσεις της, κινδυνεύει να μείνει πίσω σε έναν κόσμο όπου η ισχύς καθορίζει εκ νέου τα όρια.





